Γράφει η Εύη Μακρή
Κατά τη δεκαετία των 90s, στις ΗΠΑ, επανήλθε στην επικαιρότητα – λόγω της επίκλησής του από την Χίλαρι Κλίντον – ένα παλιό ρητό, μια φράση που λέγεται πως προέρχεται από την Αφρική: “It takes a village to raise a child”. Στα ελληνικά: «Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί». Ό,που χωριό, μπορούμε να πούμε και κοινότητα, μιας και η σύγχρονη ζωή έχει σε μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από τον τρόπο ζωής του χωριού, όπως παραδοσιακά το ξέρουμε. Υπό αρκετές αναγνώσεις καλώς έχει απομακρυνθεί, Σε ό,τι αφορά όμως την έννοια της κοινότητας, οι άνθρωποι έχουμε χάσει σήμερα πολλή από τη σύνδεση, την αλληλεγγύη και το νοιάξιμο που παραδοσιακά διακατέχει μια κοινότητα ανθρώπων.
Η κα Κλίντον, αναφερόμενη σε αυτή την φράση επιχείρησε να θίξει – στο επίπεδο της πολιτικής συζήτησης – τη σημασία που έχει να υπάρχει μια δυνατή και ενωμένη κοινότητα και μια παρούσα πολιτεία ώστε να υποστηρίζονται οι οικογένειες με παιδιά, για το μεγάλωμα αυτών. Φυσικά, η εν λόγω έκφραση συνάντησε ισχυρές αντιδράσεις και ερμηνεύτηκε από το συντηρητικό πολικό κόσμο ως «επίθεση» στο θεσμό της οικογένειας και ως δήλωση – κατηγορία για την ανεπάρκεια των γονιών να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
Τόσο όμως το ζήτημα της επάρκειας και της ανεπάρκειας ενός γονέα για τον κρισιμότερο ρόλο της ζωής του, όσο και η χρήση του κτητικού προσδιορισμού χωρούν μεγάλη συζήτηση.
Αρχικά, τι κάνει έναν άνθρωπο επαρκή για το ρόλο του γονέα; Σε μια θέση εργασίας κάθε άτομο περνάει μια διαδικασία αξιολόγησης για να αναλάβει ένα ρόλο και ενδεχομένως να αξιολογείται και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων που απορρέουν από το ρόλο αυτό. Για το ρόλο του γονέα όμως, τίποτα δεν μπορεί να αξιολογήσει εκ των προτέρων την ικανότητα ενός ατόμου να επιτελέσει το ρόλο αυτό επαρκώς, και πλην εξαιρετικών περιπτώσεων στις οποίες συνήθως είναι ήδη αργά, τίποτα δεν αξιολογεί και εκ των υστέρων την επαρκή ή μη επαρκή ανταπόκριση του ατόμου στα καθήκοντα του γονεϊκού ρόλου.
Σε αυτό το σημείο είναι μάλλον χαρακτηριστικό το ότι αν και στο επίπεδο των κοινωνικών συζητήσεων ακούγονται πολύ συχνά χαρακτηρισμοί όπως «καλός γονιός», «καλή μαμά», «καλός μπαμπάς» κλπ, οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο «αρκετά καλός γονιός». Αυτό γιατί προφανώς γνωρίζουν ότι οι γονείς θα κάνουν και λάθη και αυτό δεν σημαίνει ότι παύουν να είναι καλοί γονείς. Οι αρκετά καλοί γονείς ξέρουν ότι η τελειότητα δεν είναι κάτι πραγματικό και δεν την επιδιώκουν ούτε για τους ίδιους ούτε για τα παιδιά που μεγαλώνουν. Επίσης, οι αρκετά καλοί γονείς όντως κάνουν λάθη και φροντίζουν να τα αναγνωρίζουν και να μαθαίνουν από αυτά. Είναι άνθρωποι που δουλεύουν για την αντιμετώπιση των δικών τους σκοταδιών και τραυμάτων και προσπαθούν να γίνουν οι καλύτερες εκδοχές των εαυτών τους ώστε να γίνουν αρκετά καλοί φροντιστές για τα παιδιά τους. Δεν κάνουν και δεν χρειάζεται να κάνουν «θαύματα», αντιλαμβάνονται και αναγνωρίζουν ακόμα και αντιφατικά ή άβολα συναισθήματα που μπορεί να έχουν για τα παιδιά τους και δουλεύουν με αυτά.
Ένας από τους δρόμους που μπορεί να βαδίσει ένα άτομο για αντιμετωπίσει τα τραύματα ή/και τα σκοτάδια του, να γίνει η καλύτερη εκδοχή του και εν τέλει να θέσει εαυτόν σε μια κατάσταση ώστε να μπορέσει αν χρειαστεί να γίνει αρκετά καλός γονιός, είναι η ψυχοθεραπεία.
Πέραν τούτων, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γονείς μπορεί να αποδεικνύονται καταφανώς ανεπαρκείς – σε βαθμό που να αποτελούν κίνδυνο για τα παιδιά των οποίων είναι φροντιστές – είναι που η ανάγκη για μια ισχυρή κοινότητα και μια παρούσα και με αποτελεσματική μέριμνα πολιτεία είναι περισσότερο αισθητή.
Η ανάγκη αυτή ωστόσο, για το «χωριό», για την κοινότητα και για την παρούσα πολιτεία, ακόμα κι αν δεν είναι το ίδιο αισθητή στις περιπτώσεις των αρκετά καλών γονιών, είναι εξίσου σημαντική. Αν όχι για την κάλυψη μιας πιθανής ανεπάρκειάς τους, για τη στήριξή τους ώστε να μπορούν να είναι αρκετά καλοί. Γιατί όταν οι γονείς αναγκάζονται να δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια, σε δύσκολες συνθήκες, να περνούν πολύ χρόνο μακριά από τα παιδιά, να γυρνούν σπίτι με εμφανή σημάδια εξάντλησης – σωματικής και πνευματικής – ή ακόμα και να εργάζονται σε δουλειές στις οποίες ρισκάρουν τη σωματική τους ακεραιότητα, η υγιής ανατροφή των παιδιών δεν (θα έπρεπε να) επαφίεται στην ατομική ευθύνη αυτών των δυσκολεμένων γονιών αποκλειστικά, ούτε και να μεταβιβάζεται ως ευθύνη των παππούδων και των γιαγιάδων που – αν υπάρχουν – αναλαμβάνουν εκ νέου το ρόλο του γονέα σε ηλικίες αρκετά πιο ακατάλληλες από αυτές της πρώτης τους θητείας ως γονείς.
Και εκεί, χρειάζεται η πολιτεία να φροντίζει για το παρόν και το μέλλον των παιδιών. Όλων των παιδιών. Μέσα από τη στήριξη των γονιών, μέσα από τη φροντίδα των εκπαιδευτικών δομών και θεσμών, μέσα από τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών αυτών, ακόμα – σε μια γενική αναγωγή – και μέσα από τη μέριμνα για τη φροντίδα του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ή/και τη μέριμνα για τη δημιουργία μιας δίκαιης και συμπεριληπτικής κοινωνίας στην οποία κανένα άτομο δεν θα μένει στο περιθώριο. Άλλωστε, τα σημερινά παιδιά είναι τα μελλοντικά μέλη αυτής της κοινωνίας και θα κληθούν να ζήσουν σε αυτό το περιβάλλον.
Υπό αυτή την έννοια, ας ανοίξει και το δεύτερο θέμα προς συζήτηση. Ο κτητικός προσδιορισμός. Τα παιδιά δεν ανήκουν στους γονείς τους. Άβολο; Ναι. Ενοχλητικό; Ίσως. Όμως τα παιδιά δεν ανήκουν στους γονείς που τα μεγαλώνουν. Όπως πολύ ωραία το περιέγραψε σχεδόν έναν αιώνα πριν ο ποιητής Χαλίλ Γκιμπράν «Είστε τα τόξα από τα οποία τα παιδιά σας ως βέλη εκτοξεύονται προς τα μπροστά.»
Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, και χωρίς καμία επιδίωξη να στερηθούν οι γονείς είτε τα παιδιά τους είτε την ευθύνη που πρωτίστως έχουν για αυτά, τα παιδιά – κατά την ίδια αφρικανική φιλοσοφία που αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου – ανήκουν στην κοινότητα. Είναι μέλη σε αυτή και τόσο το αν μεγαλώνουν υγιώς όσο και το τι άνθρωποι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν είναι ζητήματα που αφορούν και την κοινότητα εν όλω.
Επομένως, η κοινότητα, η τοπική κοινωνία – αν μας είναι πιο οικείο σαν όρος – έχει και αυτή ευθύνη για την υγεία, τη φροντίδα και την ευζωία ενός παιδιού. Ως εκ τούτου, μια τοπική κοινωνία που ακούει ένα παιδί να σφαδάζει / να ωρύεται / να κλαίει συνεχώς και στην καλύτερη περίπτωση το αγνοεί γιατί «παιδί είναι θα κλάψει» ή στη χειρότερη περίπτωση ενοχλείται από τη φασαρία, δεν έχει κανένα δικαίωμα να πέφτει από τα σύννεφα όταν βρίσκεται ένα τρίχρονο παιδί εγκεφαλικά νεκρό στο νοσοκομείο. Μια πολιτεία που δεν φροντίζει να απομακρύνει τους κακοποιητές από το παιδί, ή δεν φροντίζει να εκπαιδεύσει τους πολίτες επαρκώς, ώστε κανένα επίπεδο κακοποίησης να μην περνά απαρατήρητο και να μην είναι ανεκτό, δεν έχει κανένα δικαίωμα να εκφράζει τη θλίψη της στο άκουσμα των αποτρόπαιων αυτών νέων.
Μια κοινωνία και τα μέλη της που αντιμετωπίζουν τα παιδιά σαν αποκλειστικό κτήμα και αποκλειστική ευθύνη των γονιών τους – και κακά τα ψέματα, τις περισσότερες φορές των μητέρων τους – αδιαφορώντας για την ασφάλεια ή την ποιότητα ζωής των παιδιών αυτών, δεν έχουν κανένα δικαίωμα να κόπτονται για τη διασφάλιση «του δικαιώματος στη ζωή» των μη γεννημένων παιδιών.
Τα παιδιά είναι παιδιά όλων μας. Ίσως όχι με τη στενή έννοια των όρων, όπως τους έχουμε συνηθίσει. Όμως το σε τι κόσμο έρχονται και ζουν, τι πλανήτη θα προλάβουν να δουν, πόσο οξυγόνο θα μείνει να αναπνεύσουν, με πόση ασφάλεια θα περπατούν στο δρόμο ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, φρονημάτων είναι ευθύνη όλων μας. Όπως ευθύνη όλων μας είναι και το σε ποια συστήματα υγείας, δικαιοσύνης και εκπαίδευσης θα έχουν πρόσβαση. Και το αν θα μπορούν να μπουν σε ένα αεροπλάνο, πλοίο ή τραίνο και να συνεχίσουν το ταξίδι που λέγεται ζωή. Όλα αυτά, για όλα τα παιδιά, είναι ευθύνη όλων μας να τα διεκδικήσουμε.
Και υπό αυτή την έννοια, τα παιδιά ανήκουν στην κοινότητα.
