σε , ,

Πρωινή Περίπολος: Η καλύτερη ταινία του Τάκη Σπυριδάκη ήταν ένα αθηναϊκό sci-fi

Σαν σήμερα το 2019, απεβίωσε ο ηθοποιός από τον Πειραιά. Η Πρωινή Περίπολος είναι ένα διαμάντι της κινηματογραφικής του κληρονομιάς

takisspi 1

Γνώρισα τον Τάκη Σπυριδάκη από τον Δούρειο Ίππο (2000), μια τηλεοπτική σειρά για ένα rock συγκρότημα με frontman τον Δημήτρη Αλεξανδρή, που ήθελε να γίνει το ισοδύναμο του κινηματογραφικού Almost Famous (μάλλον!) του Cameron Crowe.

Την ίδια εποχή (2000) είχαν βγει και τα Φτηνά Τσιγάρα στο σινεμά. Εκεί ο Σπυριδάκης υποδυόταν ένα ντροπαλό γκάνγκστερ, που έλεγε στον παρτενέρ του (Μάνος Βακούσης) ατάκες όπως «Με τα λεφτά που μου έδωσες για το καράτε, γράφτηκα στο μπαλέτο» κι έτρωγε το ξύλο της χρονιάς του. Στην πορεία, διαπίστωσα πως ο Σπυριδάκης είναι ένας ηθοποιος που δεν επιδιώκει να μετατρέψει το παίξιμο του σε μανιέρα, δεν είναι ένας τυποποιημένος καλλιτέχνης, αλλά ένας ζωντανος οργανισμός που αναπνέει μέσα στην τέχνη του και εξελίσσεται, αποκτώντας διαρκώς νέες μορφές.

Τι είναι η Πρωινή Περίπολος

Με μπόλικη αλαζονεία θα μπορούσα να πω ότι πρόκειται για ένα κινηματογραφικό κράμα Mad Max – Blade Runner α λα ελληνικά, γυρισμένο στην Αθήνα (Ομόνοια και Βικτώρια), όπως μου επιβεβαίωσε σε συνέντευξή μας το 2016, η σκηνογράφος – σύντροφος του σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη, Mary Louise -Bloom. Οι Michelle Valley – Τάκης Σπυριδάκης είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές.

Η επίσημη περιγραφή της ταινίας

morningpatrol3 1
Αρχείο Νίκου Νικολαίδη

Πρωινή Περίπολος του Νίκου Νικολαΐδη (1987)

Σε μια έρημη και κατεστραμμένη πόλη, μια γυναίκα βαδίζει ολομόναχη. Προσπαθεί να διασχίσει την απαγορευμένη ζώνη και να φτάσει στη θάλασσα. Παντού παραμονεύουν παγίδες και η Πρωινή Περίπολος την παρακολουθεί. Οι μηχανισμοί της πόλης λειτουργούν ανεξέλεγκτα. Ηλεκτρονικές φωνές καλούν τους ανύπαρκτους πολίτες να εγκαταλείψουν την πόλη. Ενας άντρας, από τους λίγους επιζώντες, που τώρα φρουρεί την πόλη, εμφανίζεται ξαφνικά κοντά της. Την βοηθάει να φτάσει εκεί απ’ όπου κανείς δεν γύρισε για να πει αν στ’ αλήθεια υπάρχει: Στη θάλασσα. Θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, θα προσπαθήσουν να θυμηθούν το παρελθόν. Θα ξετυλίξουν μαζί το κουβάρι της μνήμης που μπλέχτηκε στη διάρκεια ενός ολέθρου.

Μια μαρτυρία για την ταινία, από τον σκηνοθέτη Στέργιο Πάσχο

(από το flix.gr)

«Είδα πρώτη φορά την Πρωινή Περίπολο στα δεκάξι μου και δεν ήταν καθόλου αυτό που περίμενα να δω. Ούτε αυτό που νόμιζα πως ήταν ο Ελληνικός κινηματογράφος, ούτε αυτό που μέχρι τότε πίστευα πως ήταν ο κόσμος του Νικολαΐδη. Είχε ελάχιστο διάλογο, καθόλου χιούμορ και ήταν γεμάτη εξωτερικά και γενικά πλάνα. Επίσης, έλειπε η συντροφικότητα και η ζεστασιά που είχαν οι υπόλοιπες ταινίες του. Μιλούσε για διαλυμένες σχέσεις, σπασμένες επικοινωνίες κι έναν κόσμο σε πλήρη διάλυση χωρίς το παραμικρό φως. Καμία ελπίδα διαφυγής. Η μόνη σχέση που υπήρχε στην ταινία δεν ήταν παρά το φάντασμα μιας σχέσης. Μ’ έναν πολύ υπόγειο τρόπο όμως, η ταινία με είχε γοητεύσει. Παρότι το DVD που κυκλοφορούσε τότε είχε τρομακτικά κακό ήχο και εικόνα και η τηλεόραση που είχαμε σπίτι μας σίγουρα δεν ήταν το ιδανικό μέρος για να δει κανείς αυτή την ταινία.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, όπου συζητούσα για το ελληνικό σινεμά, έλεγα πως η αγαπημένη μου ταινία απ’ τον Νικολαΐδη ήταν η πρωινή Περίπολος. Είχα κάποιες τύψεις όμως όποτε το έλεγα, κι αυτό γιατί ενώ είχα ξαναδεί όλες τις ταινίες του αρκετές φορές, αυτή όχι. Παρά τη γοητεία που μου είχε ασκήσει δεν ήθελα να την ξαναδω.

Το 2007 στο αφιέρωμα που έγινε για τον Νικολαΐδη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης απόφάσισα, εν μέρει και για να ξορκίσω τις ενοχές, να ξαναδω την ταινία στην αίθουσα και σε αποκατεστημένη κόπια (την κόπια που θα παρακολουθήσουμε την Παρασκευή) και τότε ΕΙΔΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ την ταινία. Και έπαθα σοκ. Χωρίς να καταλάβω πώς, τελειώνοντας η ταινία έτρεχαν δάκρυα απ’ τα μάτια μου και βρισκόμουν σε μια τρομακτική εγρήγορση. Πέρασα όλο το βράδυ πίνοντας και μιλώντας ακατάπαυστα και το πρωί πήγα για ύπνο καταχαρούμενος. Πώς είχα τόση χαρά μετά από την προβολή μιας τόσο σκοτεινής ταινίας; Το κατάλαβα μερικές μέρες αργότερα και εδραιώθηκε μέσα μου κάτι που είχα αρχίσει να υποψιάζομαι από καιρό: Ένα έργο με τέτοια απαράμιλλη ομορφιά, τέτοια γεωμετρία και βάθος, δεν χρειάζεται κανένα αφηγηματικό σχήμα για να «δηλώσει» τη θέση του. Εκπέμπει φως και γίνεται το ίδιο η απάντηση στην κατάσταση που παρουσιάζει».

Λίγα λογια ακόμα

Είδα την Περίπολο το 2016, καθώς προετοιμαζόμουν να μιλήσω για πρώτη φορα με τον Τάκη Σπυριδάκη, σε μια συνέντευξη που δεν έγινε ποτέ, λόγω της αιφνιδιαστικής διάγνωσης καρκίνου, την οποία είχε πληροφορηθεί εκείνες τις μέρες. Πρόκειται για μια ταινία που ξέφυγε τελείως από την τεράστια επιτυχία της Γλυκιάς Συμμορίας που είχε προηγηθεί (1983), με το σκηνοθέτη Νίκο Νικολαΐδη να μεταμορφώνει την Αθήνα σε μια φρικτή δυστοπία, ένα κάδρο του πόνου στο οποίο παραμονεύουν εκκωφαντικές αλληγορίες για την αστική μοναξιά, την αποξένωση και όχι μόνο. Η Michelle Valley παίζει σπαρακτικά, δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της και η χημεία της με τον Σπυριδάκη είναι μαγική. Από την άλλη όμως, δεν είναι μια «εύκολη» ταινία η Πρωινή Περίπολος, είναι αργή στην ανάπτυξη της και με λίγους διαλόγους. Σε προκαλεί για να μπεις στην ψυχολογία των χαρακτήρων, δεν σε προσκαλεί. Επίσης αξίζει να τονίσουμε ότι δεν είχε εισπρακτική επιτυχία όταν προβλήθηκε. Εν τέλει, για όλος αυτούς τους λόγους είναι μοναδική στο είδος της η Περίπολος, το ίδιο και η ερμηνεία του Τάκη Σπυριδάκη.

Η Ταινία

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το «κύκνειο άσμα» του Μίκη Θεοδωράκη

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.