Από την Ασημίνα Σακλάκη
Αθήνα:1991-1993. Στην περιοχή της Παλλήνης στην Αττική εμφανίζεται κύκλωμα σατανιστών. Οι λεγόμενοι σατανιστές ακούν στα ονόματα Ασημάκης Κατσούλας, Εμμανουήλ Δημητροκάλλης και Δήμητρα Μαργέτη. Με αυτά τα ονόματα τουλάχιστον ασχολήθηκε εκτενώς το εγχώριο σύστημα δικαιοσύνης. Ακόμα, ως ομάδα Κατσούλα έμεινε γνωστή, τέλεσε 2 ανθρωποκτονίες και πάνω από 3 ζωοκτονίες, συνοδευόμενες από κατάποση αίματος. Επιπροσθέτως, βιασμούς και σοβαρές υλικές καταστροφές στο φυσικό περιβάλλον.
Για το θέμα θα μας μιλήσουν πρόσωπα, τα οποία εξέφρασαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συγκεκριμένα στην πλατφόρμα του TikTok, ανοιχτά την άποψη τους και εκτενέστερα (ορισμένα) δέχτηκαν να συζητήσουμε σχετικά. Πρόσωπα, όπως ο Κώστας από την Αθήνα, ο οποίος όταν έσκασε η βόμβα, ήταν μόλις 7 ετών και η Χρύσα, η οποία ήταν 26 και κατοικούσε στην Θεσσαλονίκη. Η Μαρία, η οποία γνώρισε την κόρη της Μαργέτης μέσω κοινών γνωστών, μας εξιστορεί την πρώτη εντύπωση, το πως της φάνηκε και ο Γιώργος Σπάνιας, ο οποίος μέσα από την Τέχνη του συνέβαλλε στη δημιουργία ενός νέου (σχετικού) κατασκευάσματος. Επίσης, επιπλέον πρόσωπα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίστηκαν άμεσα ή έμμεσα με τους κύριους πρωταγωνιστές της υπόθεσης ή τον σατανισμό. Το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε για την υπόθεση, «Η υπόθεση των σατανιστών της Παλλήνης» (1999) του Παπαϊωάννου αποκαλύπτει όσα έμεναν κρυμμένα από τα φώτα της δημοσιότητας.

Α. Βασικά στοιχεία «Σατανιστών της Παλλήνης»
Η ομάδα των σατανιστών για να πείσει πως η παρέα της θα προσέφερε ασφάλεια, είχε στο κέντρο τους δύο άνδρες, οι οποίοι προσποιούνταν μερικές φορές τους αστυνομικούς με πλαστή ταυτότητα και χειροπέδες, άλλες φορές η γυναικεία παρουσία αρκούσε για να προσελκύσει και άλλες γυναίκες. Οι παράνομες πράξεις στις οποίες προέβησαν χαρακτηρίζονταν ως θυσίες για τον Σατανά και επιταγές των δαιμόνων, σύμφωνα με τους δράστες. Ένα γεγονός, το οποίο γνωρίζουν λίγοι είναι πως η δράση αυτής της εγκληματικής ομάδας, η οποία αποκαλούνταν και ως «Νεαροί Σατανάδες» κατατάσσεται στο πεδίο του πολιτικού εγκλήματος.
Πρόκειται για τους λεγόμενους «Σατανιστές της Παλλήνης», ένα θέμα, το οποίο βγήκε μπροστά μετά από 2 ολόκληρα χρόνια δράσης. Ουσιαστικά, ήταν μια συμμορία με παραθρησκευτικό χαρακτήρα και η οργάνωση της διατηρούσε γνωρίσματα αποκρυφισμού. Αυτή η ομάδα των νεαρών της Παλλήνης, ασχολούνταν με την μαύρη μαγεία, χαρακτηριστικό της σατανιστικής θεωρίας. Αρχηγός της ομάδας υπήρξε ο Κατσούλας, ο φόβος και ο τρόμος όλων. Ο μόνος που δεν τον έτρεμε ήταν ο Γεράσιμος Ανωγιάτης από την σατανιστική παρέα, γεγονός το οποίο δήλωσε στο δικαστήριο ενώπιον όλων, όταν καλέστηκε. Η ομάδα πίστευε στην ύπαρξη και υπεροχή του Σατανά πάνω από όλους και όλα, και πρέσβευε πως με την μισανθρωπία και την επικυριαρχία στον υλικό κόσμο, την οποία θα δείξει ο πιστός, ή αλλιώς ο μυημένος, θα κατορθώσει να έχει πιο ευνοϊκή μεταχείριση στον άυλο κόσμο.


Β. Ρόλος Τέχνης και συμβολή Τύπου
Η Τέχνη, για ακόμη μια φορά αξιοποίησε την αποκρουστική πραγματικότητα για να μεγαλουργήσει. Η υπόθεση των Σατανιστών της Παλλήνης έγινε επεισόδιο στην α΄ σεζόν της «Δέκατης Εντολής» με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Αγγελικά Πρόσωπα». Μάλιστα, γυρίστηκε και ταινία, «Ο θάνατος που ονειρεύτηκα» εμπνεόμενη από την υπόθεση, μα «κατασκευάζοντας μια νεορομαντική συνθήκη περισσότερο», όπως μοιράστηκε ένας από τους ηθοποιούς.

Ο ηθοποιός Γιώργος Σπάνιας σχετικά με την ταινία, αναφέρει πως «είχε μικρής έκτασης σενάριο, χτιζότανε το περισσότερο στη διαδικασία της παραγωγής, είτε του γυρίσματος». Μάλιστα, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Παναγιώτης Κράββας «είναι ένας δημιουργός- σκηνοθέτης και είναι ο τύπος σκηνοθέτη που κατασκευάζει έναν ολόκληρο κόσμο, δεν αφηγείται απλά μία ιστορία, οπότε δεν ήταν αυτό που ήθελε, να αφηγηθούμε την ιστορία των σατανιστών της Παλλήνης». Ακόμα, «ο ίδιος δεν ήθελε να είμαστε: εσύ θα είσαι ο Δημητροκάλλης, εσύ θα είσαι η Μαργέτη, εσύ θα είσαι ο Κατσούλας» και σχετικά με τη συνεργασία του Γιώργου με τους υπόλοιπους συντελεστές, «ήμασταν μία παρέα, ρε παιδί μου.. Είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Οπότε αυτό κάπως ξέρεις βοήθησε να γίνουν τα πράγματα ακόμα πιο ωραία».
Αναφορικά με τον τρόπο δουλειάς στην ταινία, ο Γιώργος Σπάνιας εξομολογήθηκε πως θυμάται ότι «ήτανε μία σκηνή τελετής, είχε και τέτοια στο λατομείο στο Λαύριο, σε μία σπηλιά. Σαν σπηλιά φαίνεται, λατομείο ήτανε. Η σκηνή δεν ήταν γραμμένη. Είχαμε πει για μία τελετή, αλλά δεν ξέραμε πως γίνεται αυτό, οπότε πήγαμε εκεί και για 8 ώρες ήμασταν ελεύθεροι να δοκιμάζουμε πράγματα, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά». Ο ρόλος που καλέστηκε να υποδυθεί, αν σε κάτι μοιάζει με τον Γιώργο στην αληθινή του ζωή, είναι η σχέση του με τον μεγαλύτερο του αδελφό. Συγκεκριμένα, «Ήταν ένας αδερφός μεγαλύτερος, ο χαρακτήρας που ενσάρκωσα ήταν σαν να είχε έτσι μία ζήλια απέναντί του ή που να ήθελε να φαίνεται λίγο παραπάνω, γιατί ήθελε να αποδείξει στην οικογένεια ότι και αυτός υπάρχει. Οπότε μέσα από εκεί, εκεί τον έβαλαν να μπλέκει σε αυτήν την ιστορία. Στην ανάγκη του να βιώσει το παρόν».
Οι τοποθεσίες του εγκλήματος

Προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον το να περιηγηθούμε στον τόπο του εγκλήματος και στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για τις τοποθεσίες του εγκλήματος, τα μέρη σε εξωτερικό χώρο, τα οποία διάλεγε η ομάδα των σατανιστών της Παλλήνης για να πραγματοποιήσει τις ανάγκες της θεωρίας της. Συγκεκριμένα, λόγος γίνεται για το κτήμα «Καμπά» στην περιοχή Κάντζα στο αττικό τοπίο και το Σέσι Κορωπίου στις πλαγιές του Υμηττού. Επίσης, ο Σταυρός στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής και το Κρυονέρι στον Διόνυσο. Όλα αυτά τα μέρη διασκορπισμένα στην άπλα της πρωτεύουσας αποτέλεσαν τα στέκια τους, λόγω του ότι ήταν απομακρυσμένα από την πόλη, απομονωμένα και είχαν μεγάλη έκταση.
Ο τρόπος με τον οποίον ο Τύπος της εποχής διαχειρίστηκε την υπόθεση μας κάνει να απορούμε, γιατι ενώ έχουν περάσει αρκετά χρόνια, δεν έχει σημειωθεί κάποια σοβαρή εξέλιξη. Το είδος γραφής είναι επιθετικό, συναισθηματικά φορτισμένο και αγκαλιάζει σφιχτά τον ώμο της υπερβολής. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης χαρακτηρίζουν ως άτυχες τις γυναίκες που τους αφαίρεσαν τη ζωή, παρόμοιους χαρακτηρισμούς προσδίδουν και στο ευρύτερο περιβάλλον (κοντινούς ανθρώπους) που τις πλαισίωνε. Οι δράστες περιγράφονται ως «αδίστακτοι» και τερατολογούνται με κάθε τρόπο, δίχως ο Τύπος να μπει στη διαδικασία να σκεφτεί τον αντίκτυπο των όσων καταλογίζει. Δηλαδή, την πραγματικότητα της επόμενης ημέρας. Γενικότερα, το θέμα υπερπροβάλλεται συνοδευόμενο από πλούσιο υλικό βουτηγμένο στην παραμικρή λεπτομέρεια και το θέμα αντιμετωπίζεται κερδοσκοπικά. Βέβαια, οι πληροφορίες, οι οποίες διαμοιράζονται δεν είναι αξιόπιστες και οι απόψεις που διαμορφώνονται πατάνε με το ένα πόδι στην πραγματικότητα.

Αυτή η πολύκροτη υπόθεση των νεαρών σατανάδων, συνιστά σταθμό για τα ποινικά χρονικά. Ζωντανό παράδειγμα αποτελεί ότι με αφορμή την υπόθεση, πρόεκυψε διάλογος για να επανέλθει η θανατική ποινή, η οποία είχε καταργηθεί με τον Ανδρέα Παπανδρέου τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους. Πυροδοτήθηκε μια τόσο σοβαρή συζήτηση, μια ακόμη απόδειξη του ότι η κατάσταση της υπόθεσης ήταν απερίγραπτη, τα λόγια περίσσευαν. Η ελληνική κοινωνία είχε προχωρήσει μπροστά με τη δημοκρατία στο πλευρό της, μα αυτή η υπόθεση πήγε να την κάνει να στρέψει το βλέμμα της πίσω και να μείνει εκεί παγωμένη και χαμένη στη στιγμή. Ακόμα, σύμφωνα με την Σταυρούλα πάρθηκε η απόφαση να προβάλλονται λιγότερες ταινίες τρόμου στην τηλεοπτική ζώνη, και ας μην σχετίζονταν ιδιαίτερα με τον σατανισμό.
Η αντίδραση του κοινού σχετικά με τα πεπραγμένα της ομάδας, δημιουργεί έντονο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Αναφορικά με την Κυριακή, το κοινό σοκαρίστηκε τόσο με τη φύση των εγκλημάτων όσο και με το ότι δεν υπήρχε τέτοιου είδους εγκληματικότητα στις περιοχές αυτές. Ο Κώστας επισημαίνει πως πλέον «Έχουμε συνηθίσει κάποια πράγματα, να ακούμε για εγκλήματα», τότε αυτό ήταν έξω από τα νερά της κοινωνίας. Απ’ τη μια μεριά, ο Κώστας ήτανε παιδάκι στο δημοτικό, όταν άνοιξε την τηλεόραση και έμαθε τι εστί σατανισμός μέσα σε ένα χαοτικό κλίμα γεμάτο φόβο, «εμένα στο μυαλό μου φαινόταν σαν να επρόκειτο για ταινία». Ο σατανισμός στα αυτιά ενός μικρού παιδιού προκαλούσε τρόμο για κάτι άγνωστο και συνάμα κακό. Ακόμα, ο Γιώργος, ο οποίος βρισκόταν στο γυμνάσιο σημειώνει πως «Οριακά δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπάρχει όλο αυτό, δηλαδή ήταν τόσο ξένο από εμένα». Επίσης, αυτό που έκανε εντύπωση στον Κώστα ήταν μια εικόνα, «Μου έχει μείνει που έδειχναν στην τηλεόραση τις κούκλες βουντού». Ο Γιώργος αναρωτιόταν «πως μπορεί κάποιος να μπει στη διαδικασία να προσφέρει στον Σατανά αίμα και ανθρώπινες ψυχές. Ξέρεις, μου ακουγόταν εντελώς εκτός των ορίων της λογικής μου».
Η ζωή μετά
Ο Κώστας χαρακτηρίζει την δραστηριοποίηση της ομάδας αυτής ως κάτι το «αδιανόητο». Μάλιστα, ο κόσμος και σε αυτήν την περίπτωση αποδείχτηκε τρομακτικά και τραγικά μικρός, μιας και ο ίδιος εξομολογείται πως «Πήγαινα ποδόσφαιρο εγώ κοντά στον Υμηττό, που κάνανε τις τελετές. Ήταν το γήπεδο. Όταν πήγαινα μετά, κάποιες φορές το κοίταζα και έλεγα, εμείς εδώ κάνουμε προπονήσεις, παίζουμε μπάλα και αυτοί έκαναν ό,τι έκαναν…Δεν είχα σκεφτεί να σταματήσω να πηγαίνω, ούτε καν για αυτό το πράγμα, αλλά ξέρεις, σου κάνει κάπως μέσα σου ρε παιδί μου». Μάλιστα, «Στην Παλλήνη μετά, όταν τύχαινε και πέρναγα χρόνια, χρόνια μετά και έλεγα κοίτα εδώ πέρα σκότωσαν την κοπέλα, την βιάσανε, την κάψανε», γεγονός το οποίο αποδεικνύει το ανεξίτηλο στίγμα που άφησε η υπόθεση στο τρανταχτό πέρασμα της.
Απ’ την άλλη μεριά, η Χρύσα, μικρή, μα ενήλικη ξαφνιάστηκε αναπάντεχα, μα δεν πανικοβλήθηκε όπως ο κοινωνικός της περίγυρος, μιας και «Δεν φοβόμασταν για σατανισμό στην Θεσσαλονίκη», ωστόσο όλο αυτό ήταν «ακραίο, εκείνα τα χρόνια δεν γινόντουσαν τέτοια πράγματα». Η Χρύσα θυμάται να σοκάρεται με την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της Μαργέτη, «Με εντυπωσίασε η αναισθησία και η απάθεια της Μαργέτης στις συνεντεύξεις, συμπεριφερόταν σαν να μην έγινε τίποτα, ενώ πρόκειται για μεγάλο έγκλημα». Ο Γιώργος κάθε φορά που θυμάται αυτήν την υπόθεση μένει άναυδος, «τότε δεν μπορούσα να το φανταστώ. Δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου, να μπει στο μυαλό μου».
Οι περισσότεροι λένε πως «όποιος μπλέκει σε τέτοιες υποθέσεις, δεν ξεμπλέκει, μιας και δεν υπάρχει γυρισμός». Σε αυτήν την –κάπως απόλυτη– άποψη, αντιτίθεται ο Γιώργος αναφέροντας πως το 2009 ο Δημητροκάλλης του έσωσε τη ζωή έπειτα από δηλητηρίαση στο Άργος. Κάνει λόγο για ένα «πολύ φιλότιμο παιδί και ένα από τα καλύτερα παιδιά». Παρόμοια είναι και η γνώμη του Στέλιου αναφέροντας πως τον γνώρισε το 2004 στις φυλακές του Κορυδαλλού, χωρίς να μας ενημερώνει για τον λόγο του δικού του εγκλεισμού, και πρόκειται για ένα «ήρεμο παιδί με ωραίο λόγο».
Για την περίοδο που βρισκόταν στον στρατό ο Δημητροκάλλης, ο Γιάννης θυμάται ότι «διέθετε πολύ κλειστό χαρακτήρα», μάλιστα «υπέφερε από εφιάλτες και παραμιλούσε δυνατά», «δεν είχε επαφές με κανέναν». Στην άποψη αυτή, έρχεται ο Κώστας του οποίου οι υποψίες επιβεβαιώνονται, «Τί σκέφτονται; Δηλαδή δεν σκέφτονται τι κάνανε, ότι ενεργούσαν και καλά στο όνομα του Έξω από δω…και κάνανε τέτοια πράγματα, άσχετα με τους νόμους, το ότι ήταν παράνομο, στους ανθρώπους, στις κοπέλες τι κάνανε, που σκοτώσαν, που κάναν, και επειδή τότε ειδικά που ήμουν και πιο μικρός, πιστεύαμε περισσότερο και είχα περισσότερο τον φόβο του Θεού, της θρησκείας..αυτό μου είχε μείνει μέσα, ότι τι θα σκέφτονται.» και επιπλέον «Σκεφτόμουν δεν φοβόντουσαν να κάνουν τέτοια».
Σχετικά με τη γνώμη που σχημάτισε ο κόσμος για τον Κατσούλα, η Μαρία υποστηρίζει πως «Ήταν διεστραμμένος και με πρόφαση τον σατανισμό, έκανε ό,τι έκανε», μάλιστα ένας συγκρατούμενος του αναφέρει ρητά και λακωνικά πως «ήταν για τα σίδερα».
Η κόρη της Μαργέτη, σύμφωνα με την Μαρία «δεν είναι πολύ επικοινωνιακό άτομο, μιας και όταν αποκαλύπτει το ποια είναι, δέχεται εκφοβισμό και νιώθει πολύ άσχημα για όλο αυτό» Μάλιστα, της χτυπάνε συνεχώς «η μανά σου η σατανίστρια που σκότωσε τα κοριτσάκια».
Ο Κώστας υπογραμμίζει πως «Οι σατανιστές ήταν η μεγαλύτερη φοβία μας στο δημοτικό» και η Χρύσα συμπληρώνει πως από την υπόθεση αυτή και ύστερα ισχυροποιήθηκε το κλίμα ανασφάλειας, «που πας, τι κάνεις, που βγαίνεις», το οποίο μάλιστα διατηρείται έως και στις μέρες μας. Στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας του 2023, ανακύπτουν ανά συχνά χρονικά διαστήματα θέματα που απασχολούν τα media σχετικά με τον σατανισμό. Ζητήματα, τα οποία δεν τίθενται στην ημερήσια ατζέντα των μέσων, έτσι ο μέσος άνθρωπος αγνοεί ή γυρίζει το κεφάλι απ’ την άλλη μεριά όταν ακούει για λατρεία δαιμόνων, τελετές, μυστικιστικές οργανώσεις και ό,τι συμπεριλαμβάνει η σατανολατρεία.
Διαπράττουμε ένα έγκλημα. Μπαίνουμε στη φυλακή. Βγαίνουμε πίσω στην κοινωνία. Στην καλύτερη περίπτωση, κανένας δεν ασχολείται παθιασμένα μαζί μας. Στην χειρότερη περίπτωση, αναγνωριζόμαστε στον δρόμο από τους απλούς πολίτες κουβαλώντας ανελλιπώς και μαρτυρικά ένα βαρύ και ασήκωτο στίγμα, ύστερα από κάποια χρόνια εγκλεισμού, πολλά. Σε αυτή τη φάση, έρχεται ο Κώστας να υπογραμμίσει ότι «Όλοι πρέπει να έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία, γιατι άνθρωποι είμαστε, δεν είμαστε ρομπότ ούτε υπολογιστές να είμαστε προγραμματισμένοι να κάνουμε πάντα το σωστό», μα η Χρύσα βρίσκεται στην αντίπερα όχθη τονίζοντας πως αν βρισκόταν στη θέση του δικαστή, δεν θα τους και μας αποφυλάκιζε ποτέ, μιας και δεν θα καλυτέρευαν οι χαρακτήρες.
(Πηγή: Η υπόθεση των σατανιστών της Παλλήνης(1999). Παπαϊωάννου Γ. Παναγιώτης. Εκδόσεις Παπαζήση.)

