του Σωτήρη Ι. Στυλιανού
Στο σημερινό σημείωμα θα ασχοληθώ με δύο ευτράπελα παραμύθια της συλλογής του λαογράφου Γεωργίου Μέγα που προκαλούν γέλιο.
Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται από το αρχαίο εὐτράπελος, εὖ και τρέπω, δηλαδή στρέφω προς κάτι ευχάριστο, προς κάτι που προκαλεί γέλιο, ευθυμία.
Τις δύο αυτές διηγήσεις τις βρίσκουμε στα «Ελληνικά Παραμύθια», εκλογή Γ. Α. Μέγα, εικόνες Φώτη Κόντογλου και Ράλλη Κοψίδη, σειρά πρώτη, εκδόται Ι. Δ. Κολλάρος και Σια, δέκατη όγδοη έκδοση, Σεπτ. 2008.
Πρόκειται για τις διηγήσεις «Οι σαράντα Γιάννηδες», σελ. 218, και «Ο τρελλός κι ο γνωστικός», σελ. 221. Και στις δύο, οι ήρωες κάνουν παράλογες ή παράτολμες ενέργειες που αιφνιδιάζουν τον αναγνώστη και προκαλούν το γέλιο. Συγχρόνως αποτελούν παραδείγματα προς αποφυγήν, διδάσκοντάς μας να είμαστε λογικοί και προσεκτικοί στην συμπεριφορά μας. Από κοινωνική άποψη δείχνουν ότι και η λίγη «χαζομάρα» είναι ανθρώπινο ιδίωμα και συγχρόνως η φαντασία και τα διασκεδαστικά περιστατικά είναι δημιουργήματα της ευφυΐας του λαού μας.
Ειδικά στο παραμύθι «Ο τρελλός κι ο γνωστικός» παρατηρούμε ότι ο πρώτος, μαζί με τις ανοησίες του, είναι και πολύ τυχερός, αφού βρίσκει θησαυρούς και πετυχαίνει πάντα τον σκοπό του. Συγχρόνως, από κοινωνική άποψη, αυτή η διήγηση μας φανερώνει ότι εκείνος που κάνει τις τρέλες, ενώ αποκλίνει από το «κανονικό», δεν απομακρύνεται από τον κοινωνικό περίγυρο ούτε τον απομονώνουν σε κάποιες ειδικές μονάδες, αλλά παραμένει στο χωριό του με την επίβλεψη των συγγενικών προσώπων του. Αυτό, σύμφωνα με μαρτυρίες, συνέβαινε στη χώρα μας παντού, σε πόλεις και σε χωριά, μέχρι και την προηγούμενη γενιά ακόμη.
Στα παραμύθια αυτά, αξιοθαύμαστα είναι ο πλούτος της φαντασίας, η φρεσκάδα, η αγνότητα, η στενή σχέση με τη φύση και η πρωτοτυπία της λαϊκής διήγησης.
Ο Φώτος Πολίτης στην κριτική του για την πρώτη έκδοση του βιβλίου στα 1927 γράφει στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» στις 02.12.1927.
«… Η εκλογή είναι επιτυχής, γιατί, προκειμένου περί εκδόσεως ειδικής για παιδιά, εδιαλέχθησαν μύθοι έχοντες εξαιρετικά τονισμένον τον χαρακτήρα της φανταστικής πολιτείας των παραμυθιών, όπου υπάρχουν δράκοι και στρίγγλες και βασιλόπουλα, όπου ο ήλιος, το φεγγάρι, η φύση ολόκληρη λαλεί, κι όπου «φωνήεντα» είναι τα ζώα… Το παιδί είναι αγνό, κι είναι αγνός κι ο λαός, για τούτο το καθαρό δημοτικό λογοτέχνημα μιλά άμεσα στην παιδική ψυχή… Τα «Παραμύθια» εξεδόθησαν για τα παιδιά. Μα αν ξεφυλλίσουν το βιβλίο αυτό κι οι μεγάλοι, μόνον ωφέλεια θα ιδούν. Νοιώθοντας έστω και για μια ώρα, κάτι απ’ τη λαχτάρα του παιδιού, και κάτι απ’ του λαού την αγνή φαντασία, θα γίνουν καλλίτεροι.».
Πολλά σημερινά παιδικά βιβλία αλλά και σχολικά εγχειρίδια γλώσσας απευθύνονται μόνο στη λογική και καθόλου στην ψυχή. Αισθάνεσαι έτσι μια ξεραΐλα, μια φτώχια που δεν συγκινεί ούτε ζεσταίνει την καρδιά, δεν δίνει πρότυπα ούτε αξίες. Βουτώντας στην πλούσια παράδοσή μας, καταλαβαίνουμε πόσα χάνουμε τώρα που την εξορίσαμε από την ζωή μας και από τα σχολεία μας. Θα ήταν ευχής έργον να πάψουμε να μιμούμαστε ξένα πρότυπα, να ανακαλύψουμε τη δική μας παράδοση και να την αξιοποιήσουμε.

