Ο Ανδρέας, το υποκείμενο των φωτογραφιών που ανέβασε σήμερα σε ένα απροσδόκητα τρυφερό καρουζέλ στο Instagram ο σκηνοθέτης Βασίλης Κεκάτος, έχει κάτι το οικείο. Το βαθιά οικείο. Οι γοητευτικές προσωπικότητες κάθε τόπου συχνά δεν είναι οι πιο επιφανείς, ούτε οι πιο κοινωνικές. Δεν είναι τέλος πάντων οι τύποι που χαιρετούν για ολόκληρα λεπτά περαστικούς και θαμώνες μέχρι να βρουν το τραπέζι τους στο καφενείο. Συνήθως οι πιο γοητευτικές προσωπικότητες κάθε τόπου είναι εκείνοι που θα προτιμούσαν να μην τους κοιτάζεις. Να μην τους έχεις παρατηρήσει καν. Εκείνοι που θα ήθελαν να φορούν έναν αόρατο μανδύα, αλλά μιας και δεν υπάρχει, απλώς κινούνται στον χώρο με μια αθώα συστολή.
View this post on Instagram
“Τον Ανδρέα δεν τον έκανε κανείς παρέα όταν ήταν παιδί κι έτσι έγινε φίλος με τα σκουπίδια.
Το διαλυμένο κτίριο που ήθελα για γύρισμα μου είπε πως είναι δικό του αλλά μετά από λίγο άλλαξε γνώμη
Τον ρώτησα πώς λένε τον ελέφαντά του, που δεν άφηνε στιγμή απ’ τα χέρια του
Μου απάντησε πως δεν ξέρει
Μου χαμογέλασε και με άφησε να περιπλανηθώ στο σπίτι του”, έγραψε στη λεζάντα της ανάρτησής του ο σκηνοθέτης, συστήνοντάς μας τον Ανδρέα. Που μάλλον θα προτιμούσε να μην τον βλέπει κανείς, που τριγυρνάει στο χωριό με τον ελέφαντά του στο χέρι, και που όταν ήταν παιδί δεν τον έκανε κανείς παρέα.
Ο Βασίλης Κεκάτος μέσα σε δέκα φωτογραφίες μάς έβαλε στο σύμπαν του Ανδρέα, όπως ακριβώς εισέβαλε ο ίδιος. «Η πρώτη εικόνα που είχαμε από εκείνον μπαίνοντας στο σπίτι του όπως το είπε ήταν το μάτι του μέσα από μια χαραμάδα πλησιάζοντας την πόρτα», μου λέει τηλεφωνικά. «Κυκλοφορούσε παντού, με τον ελέφαντά του πάντα μαζί του, και δεν μιλούσε σε κανέναν».
Ο Ανδρέας ζει στο Νέο Κόκκινο των 600 και κάτι κατοίκων, μια βιομηχανική περιοχή στη Βοιωτία, η οποία εξυπηρετεί ως νέα πατρίδα τους εργαζομένους τη μεταλλευτική βιομηχανία ΛΑΡΚΟ. Στον οικισμό κοντά στον Ορχομενό ο Κεκάτος και οι συνεργάτες του πραγματοποιούν μέρος των γυρισμάτων της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του βραβευμένου σκηνοθέτη. Στην πολυκατοικία που ο Ανδρέας τους σύστησε ως «σπίτι του», μπήκαν αφού πρώτα ο Κεκάτος και το συνεργείο του κέρδισαν την εμπιστοσύνη του.
«Του ζήτησα να τον φωτογραφίσω και αρνήθηκε. Μου είπε ότι ντρέπεται, αλλά του υποσχέθηκα πως αν δεν του άρεσαν οι φωτογραφίες θα τις έσβηνα», αναφέρει. Τελικά, οι φωτογραφίες άρεσαν στον Ανδρέα και βρήκαν τον δρόμο τους σε εμάς, φέρνοντάς μας στο μυαλό φιγούρες που νομίζαμε πως είχαμε ξεχάσει, αλλά τελικά ήταν οι μοναδικές που κρατήσαμε από τόπους και ταξίδια.
Τη φράση «δεν τον έκανε κανείς παρέα όταν ήταν παιδί και έτσι έγινε φίλος με τα σκουπίδια» δεν τη δόμησε για τις ανάγκες του ποστ νοητά, με ποιητική διάθεση και φιλοσοφικό πρίσμα ο Βασίλης Κεκάτος. Του την είπε ένας άλλος κάτοικος της περιοχής, εργάτης μεγάλης ηλικίας, όσο ο σκηνοθέτης ρωτούσε ποιος είναι αυτός «ο άνθρωπος με τον ελέφαντα». Έμαθε πως ενώ έχει σπίτι στο Νέο Κόκκινο, προτιμά να μένει εκεί, σε αυτή την κατεστραμμένη πολυκατοικία, το «σπίτι» του, να κρύβεται πίσω από τα σκονισμένα έπιπλα, να χάνεται ανάμεσα στους ξεφλουδισμένους τοίχους.
Στα σχόλια κάτω από την ανάρτηση, πολλοί ρωτούν πώς μπορούν να βοηθήσουν τον Ανδρέα. Μόνο που ο Ανδρέας δεν χρειάζεται βοήθεια. «Μένει μόνος;», ρωτάω τον Βασίλη. «Αποκλείεται να μένει μόνος, είναι αδύνατον», μου απαντάει ο Βασίλης. «Αλλά και να μην έχει οικογένεια, σίγουρα τον φροντίζουν οι κάτοικοι εδώ, όλοι μαζί».











Διαβάζοντας το συγκεκριμένο ευαίσθητο άρθρο σας μού ήρθε στο μυαλό μια φράση του σημαντικού κι αγαπημένου μου θεατρικού (και όχι μόνο) συγγραφέα Βασίλη Κατσικονούρη από το πρόγραμμα της παράστασης ”πήρε τη ζωή της στα χέρια της” που ανέβηκε στον Ελληνικό Κόσμο πριν περίπου έντεκα χρόνια. Μιλώντας για το έργο του ο συγγραφέας κι εντάσσοντάς το μαζί με κάποια άλλα δικά του όπως το θρυλικό ”γάλα” και τους ”αγνοούμενους” σε ένα κοινό πλαίσιο είπε την εξής υπέροχη, σπαρακτικά ευαίσθητη σύμφωνα με την άποψή μου φράση: ”Θα τα ονόμαζα η τριλογία των ανθρώπων που έφαγαν πολύ Θεό και τώρα οι συνάνθρωποί τους… Διαβάστε περισσότερα »