Ποπ Οικονομία – Από τον Βασίλη Κωστάκη
Ποιος ελέγχει τις μηχανές που «σκέφτονται» και γιατί ο Σάκης Ρουβάς το είχε προβλέψει από τα 90s;
Αν ο Καρλ Μαρξ έβλεπε στα γρήγορα την Τεχνητή Νοημοσύνη, ίσως στην αρχή ενθουσιαζόταν: «Να η τεχνολογία που θα ελευθερώσει επιτέλους την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της μονότονης εργασίας!» Και μετά, αν μελετούσε πώς κατασκευάζεται και πώς χρησιμοποιείται, μάλλον θα καθόταν να γράψει άλλους τρεις τόμους για το Κεφάλαιο.
Γιατί το μοτίβο τού ήταν ήδη γνώριμο: στον καπιταλισμό, κάθε νέα τεχνολογία που θα μπορούσε να μας ελευθερώσει, καταλήγει συχνά να μας δένει πιο σφιχτά. Θα μπορούσαμε, με τόση αυτοματοποίηση, να δουλεύουμε 15 ώρες την εβδομάδα, όπως φανταζόταν κάποτε ο οικονομολόγος Κέινς για τα εγγόνια του. Αντίθετα, πολλοί και πολλές δουλεύουν 15 ώρες την ημέρα. Απαντάμε σε emails στις διακοπές, κοιμόμαστε και ξυπνάμε αγκαλιά με ένα κινητό. Οι μηχανές έγιναν ταχύτερες· εμείς όχι πιο ελεύθεροι.
Φτιάξαμε μηχανές που μαθαίνουν, γράφουν, ζωγραφίζουν, «σκέφτονται». Και τι τις βάζουμε να κάνουν; Fake news, deepfakes, στοχευμένες διαφημίσεις που μας πείθουν να αγοράσουμε πράγματα που δεν χρειαζόμαστε, με λεφτά που δεν έχουμε, για να εντυπωσιάσουμε ανθρώπους που δεν συμπαθούμε.
Το βασικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη καθαυτή. Είναι το ποιος την ελέγχει. Σήμερα, την αναπτύσσουν και την ελέγχουν κυρίως 5-6 εταιρείες, καθεμιά από τις οποίες αποτιμάται περισσότερο από ολόκληρες εθνικές οικονομίες.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι σαν το καλύτερο δεκάρι του κόσμου. Μπορεί να σου δώσει την τέλεια πάσα για το γκολ της ζωής σου. Μπορεί όμως και να παίζει για την αντίπαλη ομάδα χωρίς καν να το καταλάβεις. Να σου κλέβει τη μπάλα την ώρα που νομίζεις ότι σου τη σερβίρει. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «πόσο ταλαντούχο είναι το δεκάρι». Το ερώτημα είναι: για ποιανού τα συμφέροντα παίζει;
Η απάντηση του Μαρξ θα ήταν προβλέψιμη αλλά όχι άστοχη: αν η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι το νέο μέσο παραγωγής, τότε το ερώτημα παραμένει το ίδιο εδώ και δύο αιώνες: ποιος ελέγχει τα μέσα παραγωγής; Τεχνητή Νοημοσύνη που να ανήκει σε όλους και όλες, αλγόριθμοι ανοιχτοί και δημοκρατικά σχεδιασμένοι, δεδομένα ως κοινό αγαθό και όχι ως ιδιωτικό κοίτασμα. Ουτοπικό; Ίσως. Αλλά και η Wikipedia ουτοπική ακουγόταν κάποτε και να που τη συμβουλευόμαστε όλες και όλοι.
Και εδώ κλείνει η σειρά των άρθρων μας, εκεί από όπου ξεκίνησε: στον Σάκη.
«Αχ και να ‘ταν το μυαλό κομπιούτερ, απ’ τη μνήμη να σε έσβηνα…» τραγουδούσε. Ο Σάκης των 90s ονειρευόταν ένα κομπιούτερ που θα του έσβηνε τις επώδυνες μνήμες. Τριάντα και χρόνια μετά, η ειρωνεία είναι πλήρης: έχουμε κομπιούτερς που θυμούνται τα πάντα για εμάς — κάθε αναζήτηση, κάθε κλικ, κάθε προτίμηση — και σβήνουν σιγά σιγά εμάς. Ξεχνάμε τηλέφωνα, διαδρομές, γεγονότα, γιατί «τα έχει το κινητό». Θέλαμε μηχανές που θα εξαφανίσουν την κούρασή μας· καταλήξαμε με μηχανές που εξαφανίζουν την κρίση μας.
«Κι όταν σ’ έβλεπα, να ‘ταν σαν να σ’ έβλεπα για πρώτη φορά…» συνεχίζει το τραγούδι. Ίσως αυτό είναι το ζητούμενο. Όχι να σβήσουμε το παρελθόν, αλλά να δούμε το παρόν σαν να το βλέπουμε για πρώτη φορά. Να ξανακοιτάξουμε την τεχνολογία, την οικονομία, τον πλανήτη με τα μάτια της διαλεκτικής, όπου κάθε «τέλος» μπορεί να γίνει μια νέα αρχή.
«Αχ και να υπήρχε ένα κουμπί…» έγραψε ο Νίκος Καρβέλας. Υπάρχει. Να το πατήσουμε;
—
Ο Βασίλης Κωστάκης, συγγραφέας των “Αλλάζοντας τον κόσμο με μία μπάλα” και “Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα”, μοιράζεται με τα mikropragmata εφτά σύντομα μαθήματα οικονομίας και τεχνολογίας.
