Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, είσαι σίγουρα αυτός που νομίζεις ότι είσαι; Το πρώτο μυθιστόρημα του Πάνου Μουχτερού είναι ένα ψυχολογικό καλειδοσκόπιο της εικονικής μας πραγματικότητας: Μια ιστορία με πρόσωπα χωρίς ονόματα και με αλήθειες φτιαγμένες από ψέματα. Κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη, και ζήτησα απ’ τον συγγραφέα (και δικηγόρο) να μας μιλήσει γι’ αυτό, αλλά και για όσα ζούμε
-Πώς προέκυψε ο τίτλος «Βίος Αβίωτος» και ποια ήταν η αρχική ιδέα που σε ώθησε να συνδέσεις την τεχνητή νοημοσύνη με ένα σκοτεινό ψυχολογικό μυθιστόρημα;

Τώρα, ως προς την τεχνητή νοημοσύνη, θα σου φανεί μάλλον αστείο, αλλά ούτε αυτή την είχα στο μυαλό μου, ούτε όταν είχα φτάσει στις πρώτες εκατό σελίδες από το βιβλίο! Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα πρωί που ήμουν για ψώνια στο σούπερ μάρκετ και όπως ο εγκέφαλός μου βρισκόταν σε διαρκή έμπνευση ακόμα και τη στιγμή που διάλεγα πατάτες, άρχισα ξαφνικά να πανηγυρίζω μπροστά στον κόσμο και να με κοιτούν απορημένοι όλοι για το τι μου συνέβη. Είχα μόλις εμπνευστεί τον τρόπο που το Α.Ι. θα αναμειχθεί με όσα είχα καταστρώσει στην πλοκή. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος για αυτή μου τη σκέψη που ξέχασα και τι ακριβώς ήθελα να ψωνίσω! Μετά, ήταν πολύ εύκολα όλα, ώστε να χρησιμοποιήσω την τεχνητή νοημοσύνη, τόσο ως προς τις σκοτεινές αλλά και τις φωτεινές της πλευρές: υπάρχουν και οι δύο, όπως και στον ίδιο τον άνθρωπο άλλωστε.
-Πώς προσεγγίζεις τον επαναπροσδιορισμό της ανθρώπινης ταυτότητας και της μνήμης σε μια εποχή που η ψηφιακή μετάβαση και η τεχνητή νοημοσύνη κυριαρχούν;
Επαναπροσδιορισμός ή αυτοπροσδιορισμός; Θα προτιμούσα να καταφέρουμε μια μέρα να μιλάμε κυρίως για τη δεύτερη κατάκτηση, η πρώτη διαδικασία θα συμβαίνει έτσι κι αλλιώς και θα αφορά μάλλον εγχειρίδια κοινωνιολογικά για ακαδημαϊκή τέρψη, παρά για ευτυχισμένους ανθρώπους, που δεν θα γουστάρουν να προσδιορίζονται από το φύλο ή τη σεξουαλική τους προτίμηση, το χρώμα στο δέρμα τους, αν τεκνοποιούν ή όχι. Στη νεοΕλλάδα των στερεοτύπων και κάθε είδους φοβικής συμπεριφοράς αυτή η μετάβαση γίνεται προφανώς δυσκολότερη. Ψηφιακή μετάβαση και τεχνητή νοημοσύνη παρέα με έναν λαό που σε ένα σεβαστό ποσοστό του θεωρεί πως είμαστε «τσιπαρισμένοι», ότι μας ψεκάζουν και ότι στις νέες ταυτότητες έχει υπάρξει το «χάραγμα» από τον Εωσφόρο… Πόσο κωμικοτραγικό αλήθεια είναι να θέτουμε προς συζήτηση ακόμα και το αν η γη περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της ή συμβαίνει κάτι άλλο, ανήκουστο και τρομερό! Αν λοιπόν πριν ήταν επίπονο να θες να ζεις και να συμπεριφέρεσαι προς τους άλλους σύμφωνα με το πως αυτοπροσδιορίζεσαι, τώρα θα σε περνάνε για… «ρομπότ του Σατανά» και ως δημιούργημα τής δαιμονικής παγκοσμιοποίησης και του… 666. Η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιακή μετάβαση θα γίνει το βούτυρο στο ψωμί όλων αυτών που την ίδια στιγμή φτιάχνουν αφίσες για «πατριωτικές» διαδηλώσεις με ChatGPT. Να γελάσεις ή να κλάψεις…
-Ο πρωταγωνιστής σου ισορροπεί αρχικά ανάμεσα σε μια απαιτητική καριέρα στην τεχνολογία και στη φροντίδα του βαριά άρρωστου πατέρα του. Πόσο σημαντική ήταν η αποτύπωση αυτής της ρεαλιστικής, ασφυκτικής καθημερινότητας πριν καταρρεύσει η πραγματικότητά του;
Αυτό το σημείο είναι σχεδόν αυτοβιογραφικό, αφού το έζησα έτσι, με τον πατέρα μου, στα 63 του, με έναν καρκίνο στον πνεύμονα και τον φρόντιζα σε ένα τέτοιο σπίτι, με τη μόνη διαφορά ότι δεν έφερνα γκόμενες εκεί μέσα, όπως κάνει ο κεντρικός ήρωας. Παρόλα αυτά, είχα μπόλικο βιωματικό υλικό από μια τέτοια εμπειρία και αποφάσισα συνειδητά να περιγράψω ένα τέτοιο «νοσηρό» περιβάλλον, με μπενταντίν και κατακλίσεις, διότι ήξερα εκ των προτέρων ότι πολύς κόσμος εκεί έξω θα ταυτιστεί και θα καταλάβει ακριβώς τα ιδιαίτερα συναισθήματα και όσα αντιμετωπίζει ο πρωταγωνιστής, που αποτελούν πλέον καθημερινότητα σχεδόν σε κάθε οικογένεια στον σύγχρονο κόσμο μας. Συνειδητά επέλεξα τις χειριστικές αλλά και τις ενοχικές καταστάσεις που προκαλεί ένα τέτοιο βίωμα και να «αποενοχοποιήσω» -αν μου επιτρέπεις τον όρο- ότι π.χ. ο πατέρας του, αν και ετοιμοθάνατος, επιθυμεί λιγάκι ακόμα σεξ στη ζωή του ή ότι ο γιος πολλές φορές χρησιμοποιεί ως πρόφαση τη νόσο, για να μην πάει ο ίδιος στη δουλειά του. Είναι τόσο ανθρώπινα και φυσιολογικά όλα αυτά τελικά και δεν αναιρούν ότι μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα με την αγάπη που έχει κάποιος για τον μπαμπά του ή το παιδί του αντίστοιχα. Ο καρκίνος, η αλλοίωση στο πρόσωπο ενός γονέα, τα μαλλιά που πέφτουν από τις χημειοθεραπείες αλλά και πως μπλέκεται η αλήθεια με τις παραισθήσεις λόγω των εγκεφαλικών μεταστάσεων, ήταν «ιδανικό» σχήμα για να συνδυαστεί αυτή η εξέλιξη με την κατάρρευση της πραγματικότητας στον κεντρικό ήρωα. Σε ένα κεφάλαιο γράφω ότι η ατμόσφαιρα από τον καρκίνο του πατέρα του, πήγε και εισχώρησε στη ζωή του, σαν μεταδοτική ασθένεια. Άρα, ναι, ήταν πολύ σημαντική η σύνδεση αυτή που περιγράφεις για πολλούς λόγους.
-Η απροσδόκητη εμφάνιση του μυστηριώδους δικηγόρου και το τηλεφώνημα της αγνοούμενης αδερφής λειτουργούν ως καταλύτες. Τι συμβολίζει αυτή η απότομη επιστροφή του παρελθόντος στη ζωή του ήρωα;
Με κάποιον «μαγικό» τρόπο, πρόσωπα και γεγονότα που μας αφορούν και καθορίζουν την ύπαρξή μας έρχονται και μας συναντούν αργά ή γρήγορα και μας οδηγούν σε αυτό που οι ψυχοθεραπευτές αποκαλούν ως «συνειδητοποίηση». Μπορεί ένας απρόσκλητος επισκέπτης, είτε αυτός είναι δικηγόρος είτε ο για χρόνια εξαφανισμένος συγγενής σου, να σου χτυπήσει την πόρτα ένα πρωί και να σε κάνει σμπαράλια με όσα θα σου αποκαλύψει, ασχέτως αν μπορεί να είναι και για καλό αυτή η επίγνωση που «βίαια» θα σε διαμορφώσει ως άνθρωπο από δω και πέρα. Έχουμε εκπαιδευτεί να ξορκίζουμε και να φοβόμαστε τις ανατροπές στις ήσυχες ζωούλες μας, προτιμάμε να μη γνωρίζουμε ή να μη θέλουμε να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και τι μας κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους. Ρομποτάκια μιας μίζερης, τάχα τακτοποιημένης και επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας, σε μια ευθεία γραμμή, όπως στο καρδιογράφημα ενός νεκρού. Έτσι γίναμε και έτσι νομίζουμε πως έχουμε τον απόλυτο έλεγχο σε όλα και κυρίως στα ψυχαναγκαστικά κουτάκια μας, που πρέπει να είναι μονίμως τικαρισμένα. Πόση κρυμμένη μελαγχολία μαζεύτηκε πια σε τούτο τον περίφημο «Δυτικό Πολιτισμό», άραγε… Η επιστροφή, λοιπόν, αυτή στο βιβλίο συμβολίζει την ανατροπή των ακλόνητων βεβαιοτήτων μας. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι τίποτα δεν ξέρουμε τελικά.
-Στο βιβλίο αναφέρεται ότι η αλήθεια και το ψέμα συγχέονται διαρκώς. Πόσο μεγάλη συγγραφική πρόκληση ήταν να χτίσεις μια ατμόσφαιρα όπου ο αναγνώστης θα νιώθει την ίδια αβεβαιότητα με τον πρωταγωνιστή;
Όταν έφτασα στα μισά περίπου από το βιβλίο, ενθουσιάστηκα με το σχεδόν «παιχνιδιάρικο» συναίσθημα να εμπαίζω τον αναγνώστη και να του μεταδίδω τεχνηέντως τις διαψεύσεις, που ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας θα βιώσει μετέπειτα. Αφηγηματολογικά αυτή η τεχνική ξεφεύγει από το να χτίσω απλά μερικές ανατροπές στην πλοκή, γίνεται πιο λογοτεχνικό το εγχείρημα ή θα έλεγα -ακόμα, ακόμα- και πιο «κινηματογραφικό», προκαλώντας μια αίσθηση πιο βιωματική, που ξεπερνά τα «plot twist» σε ένα σενάριο. Η αλήθεια και τα ψέματα, τα αληθοφανή και τα ψευδεπίγραφα, τα ακλόνητα και οι ματαιώσεις είναι επί της ουσίας οι δύο όψεις στο ίδιο ακριβώς νόμισμα: συνυπάρχουν και δεν αλληλοαναιρούνται απαραίτητα. Στην τελική, μπορεί η αποτυχία να τροφοδοτήσει την επιτυχία σου αλλά και η καταξίωση να ταΐζει τη δυστυχία που καθημερινά κρύβεις κάτω από το ατσαλάκωτο κοστούμι σου. Είναι «η επιτυχία της αποτυχίας», όπως τραγουδάει και ο αγαπημένος ΛΕΞ. Το «μπλέξιμο» αυτό λοιπόν δεν έχω σκοπό να το χρησιμοποιήσω ως ένα συγγραφικό «τρικ», για να προκαλέσω μερικά «wow», εξάλλου δεν είναι πια καθόλου εύκολο να εντυπωσιάσεις τους αναγνώστες με ανατροπές. Προτίμησα τη βίωση, παρά τη μονοδιάστατη έκπληξη, ήθελα να σου προκαλέσω κάτι που συναισθηματικά θα σε διαπεράσει και μετά την ανάγνωση, όπως ένα τελικό πλάνο σε μια ταινία, που δεν σου δίνει το τέλος ολόκληρο στο «πιάτο» αλλά σε προκαλεί να επανέρχεσαι διαρκώς εκεί και μετά, αφότου ολοκληρώσεις το έργο.
Το «παρελθόν», η «μοίρα», το «πεπρωμένο», το «κάρμα», όλα αυτά είναι μάλλον δικαιολογίες, για να μη λιποθυμήσουμε κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι τελικά δεν ελέγχουμε απολύτως τίποτα από όσα μας συμβαίνουν.
-Η αϋπνία αποτελεί βασικό κομμάτι της ψυχολογικής πίεσης του κεντρικού χαρακτήρα. Σε ποιο βαθμό αυτή η εξάντληση θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και παραίσθησης μέσα στην ιστορία;
Αυτή είναι μια καταπληκτική ερώτηση. Από τότε που αναστατώθηκα με την «Αυπνία» του Στίβεν Κίνγκ ή συγκλονίστηκα με το «Fight Club» και τον ξενυχτισμένο Έντουαρντ Νόρτον, κατάλαβα ότι μια τέτοια κατάσταση είναι ιδανική, για να μπερδεύεις το υπαρκτό με την ψευδαίσθηση, τους εφιάλτες με την πραγματικότητα. Βέβαια, ο ύπνος ο ποιοτικός έχει μετατραπεί πλέον σε περιζήτητο κοινωνικό αγαθό, αφού όποιος έχει επαρκή χρόνο, για να ξεκουράζεται και να κοιμάται, θεωρείται προνομιούχος και μάλλον αυτό αφορά μια μικρή μειοψηφία ανθρώπων στον πλανήτη, που το καταφέρνουν αυτό. Θέλησα με τη δοκιμασία γύρω από τον ύπνο να μη περιγράψω έναν ακόμα «υπνοβάτη» αλλά εστίασα στην τάση που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος να χρησιμοποιεί τον ύπνο, για να δραπετεύει από την καταθλιπτική του καθημερινότητα, να προσπαθεί έτσι να ξεχνάει όσα τον βασανίζουν. «Όλοι εμείς, ξυπνάμε το πρωί με ένα βάρος» λένε οι Κόρε. Ύδρο. στους στίχους τους και δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο βασανιστική αποτύπωση των όσων νιώθει η γενιά μας, κάθε που ξυπνάει ή πάει για ύπνο αντίστοιχα. Η ψυχοσωματική εξάντληση επομένως ίσως και να προηγείται της αυπνίας και να συμβαίνει τελικά το ανάποδο, να μην κοιμόμαστε σωστά επειδή έχουμε ήδη εξαντληθεί… Ο κεντρικός ήρωας φτάνει βέβαια σε ένα σημείο, που εύχεται να ονειρεύεται και όσα του συμβαίνουν να είναι ένας εφιάλτης που θα τελειώσει, όταν πεταχτεί λαχανιασμένος από το κρεβάτι του. Αμ δε…
-Τα οικογενειακά μυστικά και τα τραύματα είναι κεντρικά θέματα. Πιστεύεις ότι το παρελθόν καθορίζει αναπόδραστα τη μοίρα μας ή υπάρχει πραγματικό περιθώριο για προσωπική λύτρωση;
Το παρελθόν -όπως και το μέλλον- είναι χρόνος ανύπαρκτος, χρόνος νεκρός. Αυτά λένε οι ψυχοθεραπευτές στις συνεδρίες τους και το ξέρω και εγώ πλέον, κάνοντας ψυχοθεραπεία για περίπου πέντε χρόνια τώρα. Αυτό βέβαια είναι ένα εύκολο κόλπο, για να ζεις το «τώρα» ή όπως λέω δεικτικά και στον πρόλογο «να ζεις κάθε στιγμή, λες και είναι η τελευταία σου, φοβούμενος ότι στην επόμενη μπορεί και να πεθάνεις». Το «παρελθόν», η «μοίρα», το «πεπρωμένο», το «κάρμα», όλα αυτά είναι μάλλον δικαιολογίες, για να μη λιποθυμήσουμε κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι τελικά δεν ελέγχουμε απολύτως τίποτα από όσα μας συμβαίνουν. «Τον ήθελε κοντά του ο Θεός» ακούμε συχνά να λέγεται όταν ένα παιδί πεθαίνει. Τι ειρωνική εκλογίκευση μέσα από μεταφυσικές προφάσεις… Κάπως έτσι είναι και με το παρελθόν που καθορίζει -ή όχι- όσα ζούμε, ενώ και η «λύτρωση» είναι μια ακόμα εντονότερη αγωνία: μοιάζει με την ανάγκη να απαντήσουμε αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Και τελικά, τι θα πει «προσωπική λύτρωση»; Λύτρωση είναι να έχω λεφτά για μια ζωή εξασφαλισμένη από πλούτο χωρίς άγχος επιβιώσεως ή να μου φέρουν πίσω τη συγχωρεμένη μανούλα μου και ας κοιμάμαι μετά στην ψάθα άστεγος; Αν διαγράψω όλα μου τα παρελθοντικά λάθη, θα λυτρωθώ από την τωρινή μου δυστυχία ή θα γίνω ακόμα χειρότερος ως ένας άνθρωπος που θεωρεί ότι κατάφερε το αλάθητο και το αναμάρτητο; Καταλήγουμε επίσης ψυχοθεραπευτικά: το θέμα δεν είναι όσα μας συμβαίνουν, αλλά πως κάθε φορά τα αξιολογούμε. Πάμε παρακάτω.
-Καθώς ο ήρωας βυθίζεται σε έναν σκοτεινό κόσμο με εγκληματικές υποθέσεις και περίπλοκες ερωτικές σχέσεις, υπάρχει κάποιο στοιχείο από τον οποίο μπορεί να πιαστεί για να σωθεί;
Το στοιχείο αυτό θα αναδειχθεί από τον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά, διότι δεν υπάρχει, θεωρώ, κάποια «μαγική συνταγή» σωτηρίας ούτε και ξέρουμε αν τελικά είναι απαραίτητο κάποιος να «σωθεί». Ακόμα και η καταστροφή του μπορεί να είναι η σωτηρία του. Γνωρίζω και λόγω της δουλειάς μου ανθρώπους που μπήκαν στη φυλακή και μετά αναγεννήθηκαν, άτομα που έμειναν στον δρόμο και βρήκαν τον πραγματικό τους εαυτό, αυτόν που δεν είχαν ανακαλύψει, όταν ζούσαν στη χλιδή για χρόνια. Οι εφήμερες σεξουαλικές επαφές στον κεντρικό ήρωα μπορεί να είναι και η απόδειξη μιας χαμένης τρυφερότητας στη ζωή του. Συχνά ο πολύς κόσμος μένει στη σαρκική κυρίως απόλαυση τέτοιων εμπειριών, ενώ μπορεί εκεί να κρύβονται χάσματα και κενά στον ψυχισμό ενός «σεξομανή» σε σημείο πχ που να αφορά όλη αυτή η συμπεριφορά το πώς ο πατέρας του κακοποιούσε τη μάνα του για μια ζωή. Θα έλεγα λοιπόν ότι η απάντηση βρίσκεται στις ερωτήσεις. Τις κάνουμε, τις βιώνουμε και τολμάμε να αναμετρηθούμε με τα ερωτηματικά τους, χωρίς επιφυλάξεις, κατάματα. Μπορεί να αντικρίσουμε έναν εντελώς άγνωστο σε εμάς εαυτό, μπορεί όμως και να δούμε για πρώτη φορά ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε. Αυτό θα ήταν στοιχείο και κυρίως σημείο καμπής και σωτηρίας, ναι.
-Πώς ισορρόπησες συγγραφικά ανάμεσα στην καταιγιστική πλοκή ενός ψυχολογικού θρίλερ με ανατροπές και στη βαθιά ψυχογραφική ανάλυση των χαρακτήρων σου;
Από τα ποιήματα αλλά και τα άρθρα μου τόσα χρόνια στα «Κακώς Κείμενα» έχω «προπονηθεί» στο να υποδύομαι αφηγηματικά ακόμα και «μισητούς» σε εμένα χαρακτήρες, πχ έναν φασίστα ή έναν ναρκισσιστή. Δεν γινόταν να μην το επιχειρήσω αυτό και στο πρώτο μου βιβλίο! Γι’ αυτό επέλεξα και οι χαρακτήρες στο έργο να μην έχουν ονόματα, ήθελα η ψυχοσύνθεσή τους να πρωταγωνιστεί περισσότερο, παρά η ταυτότητά τους. Ήδη αρκετοί αναγνώστες μού στέλνουν μηνύματα και μου λένε «αυτό το έχω ζήσει ακριβώς όπως το περιγράφεις στη σελίδα τάδε» ή «ρε φίλε, είχες βάλει κάμερα μέσα στο σπίτι μου και ξέρεις όσα περάσαμε με τον πατέρα μου;» και διάφορα άλλα τέτοια συναφή. Η ψυχογραφική ανάλυση των χαρακτήρων δημιουργεί πολλούς διαφορετικούς «βατήρες», ώστε να πατήσει ο καθένας επάνω τους και να ταυτιστεί με όσα διαβάζει. Ε, με όλα αυτά, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο το να καταλήξω και στο ψυχολογικό θρίλερ, αν και, μεταξύ μας, αν μπορούσα να του βάλω μια ταμπέλα του έργου, θα το βάφτιζα «κοινωνικό horror». Είναι πολύ πιο ακριβής μια τέτοια περιγραφή και μη σου πω ακόμα πιο τρομακτική από το «θρίλερ».
-Φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου και στη λύση του μυστηρίου, ποιο είναι το βασικό ερώτημα σχετικά με τη σύγχρονη ανθρώπινη ύπαρξη που ελπίζεις να συνεχίσει να απασχολεί τον αναγνώστη;

