Και φέτος το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ταξίδεψε στη Βόρεια Εύβοια για ένα «πράσινο» φεστιβάλ, με φετινό κεντρικό θέμα το νερό. Περάσαμε λίγες μέρες εκεί, καλοφάγαμε στην Καλύβα, είδαμε ταινίες, διασκεδάσαμε στα πάρτι (dj sets από τον The Boy και τον Ρόμπι Εκσιέλ), είδαμε VR, πήγαμε σε συναυλίες, παρακολουθήσαμε masterclasses, συναντήσαμε φίλους, χαλαρώσαμε στα ιαματικά λουτρά, και…
…πήγαμε στην ψαροταβέρνα Λαγουδέρα του Θανάση Σχοινά, στον Αγιόκαμπο για να ζήσουμε την εμπειρία του Μεζέ (με προϊόντα απ’ το μποστάνι και την καθημερινή ψαριά).
Η εμπειρία

Οι δημοσιογράφοι γεύσης Ελένη Ψυχούλη και Ιωάννα Σταμoύλου μας έμαθαν τα πάντα για τη ιστορία του μεζέ και τη σύνδεσή του με το τσίπουρο φτιάχνοντας ένα «τσιπουράδικο» για ένα μεσημέρι.
Η Ιωάννα μαγείρεψε τους μεζέδες (που δεν σταματούσαν να έρχονται, απίστευτο, όλο νόμιζα ότι τελείωσαν και όλο μας έλεγαν ότι είμαστε ακόμα στην αρχή), κι η Ελένη μας αφηγήθηκε την ιστορία του μεζέ, και τη δομή και λειτουργία ενός αυθεντικού τσιπουράδικου.
Ως μπόνους (που είναι βέβαια απόλυτα ταιριαστό με τη φιλοσοφία του Evia Film Project) μάθαμε για τη σχέση του μεζέ με τη βιωσιμότητα και το zero food waste.

Στο συνοδευτικό καλωσόρισμα έγραφε μεταξύ των άλλων για τους μεζέδες που τους έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες απ’ τις χαμένες πατρίδες της Μικράς Ασίας: «Αν κάτι, περισσότερο απ’ οτιδήποτε χαρακτηρίζει το ελληνικό τραπέζι, είναι η αγάπη για τη μοιρασμένη νοστιμιά. Η απόλαυση του μεζέ, το τσιμπολόγημα που διακόπτει μια γουλιά αλκοόλ για να κρατήσουν οι κουβέντες, να δέσει η παρέα, να φωτίσουν τα χαμόγελα και το κέφι. Ο μεζές πάει πακέτο με τη χαλαρή διάθεση των λαών που έχουν μεγαλώσει κάτω από τον καυτό ήλιο και έχει πολλά να σου μαρτυρήσει για την ιδιοσυγκρασία τους, που αγαπά την εξωστρέφεια, το κέφι, την γιορτή, την παρέα, την αφθονία της χαράς, το χρώμα.»
Μάθαμε τι ρωτάς, τι δεν ρωτάς, τι να περιμένεις, πώς να κάθεσαι, για τι να συζητάς (όχι δυσάρεστες συζητήσεις!) και πώς να αφήνεις το χρόνο να περνά και να ενώνεσαι με τους ανθρώπους στα αυθεντικά τσιπουράδικα – και ταυτόχρονα γευτήκαμε διαδοχικά πιατάκια με νοστιμιές.

Η όλη διαδικασία, σαν ιεροτελεστία, ήταν πιστή σε ό,τι συμβαίνει σε ένα παραδοσιακό τσιπουράδικο, πχ. η σειρά των πιάτων είχε σημασία, όταν έσκαγες ερχόταν κάτι που σε ελάφραινε, όταν χρειαζόσουν κάτι πιο αλμυρό ερχόταν κατευθείαν, κι όταν προς το τέλος έπρεπε να απορροφηθεί λίγο το αλκοόλ για να πας σπίτι, να σου μια μακαρονάδα με θαλασσινά.














