Γνώρισα την (ενδοκρινολόγο) Μαρία Συτμαλίδου σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Ήμουν ο «δάσκαλος» σε αυτά και μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που έγραφε. Ακόμα και στην παραμικρή άσκηση, δημιουργούσε κάτι πρωτότυπο και ενδιαφέρον. Δεν εξεπλάγην όταν έμαθα ότι είχε εκδώσει δουλειά της -ποιητική και θεατρική και λογοτεχνική- και ότι είχε βραβευτεί. Το ωραίο όμως ήταν πως δεν ένιωθε ποτέ πως είχε «κατακτήσει» τη γραφή και πάντα προσπαθούσε ακόμα περισσότερο, σαν μαθήτρια, κι ας θεωρούσα εγώ ότι δεν το πολυχρειαζόταν.
Ενθουσιάστηκα όταν οι Εκδόσεις Πατάκη ανακοίνωσαν ότι θα κυκλοφορήσουν το πρώτο της μυθιστόρημα, και όταν πριν λίγους μήνες βγήκε το «Κουμπί» στα βιβλιοπωλεία όχι μόνο δεν με απογοήτευσε αλλά με έκανε να θέλω να μάθω περισσότερα γι’ αυτό…
-Κάθε βιβλίο γεννιέται από μια αφορμή. Ποια ήταν η αρχική εικόνα, η σκέψη ή ίσως το πραγματικό βίωμα που σε ώθησε να ξεκινήσεις να γράφεις τη συγκεκριμένη ιστορία;

-Η ρίζα του κακού και του πόνου εντοπίζεται στον Πόντο, στα χρόνια της Γενοκτονίας, όπου μια μητέρα αναγκάζεται να πάρει μια αδιανόητη απόφαση. Πώς διαχειρίστηκες το τεράστιο ιστορικό και συναισθηματικό βάρος εκείνης της περιόδου κατά τη συγγραφή;
Ήταν ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της συγγραφής. Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω τη Γενοκτονία απλώς ως ένα δραματικό ιστορικό φόντο. Πίσω από τα ιστορικά γεγονότα υπήρχαν άνθρωποι, οικογένειες, παιδιά, μητέρες που έπρεπε να πάρουν αποφάσεις μέσα σε συνθήκες που σήμερα δυσκολευόμαστε ακόμη και να φανταστούμε. Προσπάθησα λοιπόν να πλησιάσω αυτή την περίοδο με σεβασμό, χωρίς υπερβολές και χωρίς να εξωραΐσω τον πόνο. Κάποιες φορές η δυσκολία δεν ήταν να γράψω μια σκηνή, αλλά να αποφασίσω αν είχα το δικαίωμα να την κάνω πιο σκληρή ή πιο ήπια. Υπήρξε ένας εσωτερικός αγώνας.
-Ξέρω πως έκανες και ενδελεχή έρευνα. Μίλησέ μας λίγο γι’ αυτήν.
Η έρευνα ήταν ένα παράλληλο ταξίδι με τη συγγραφή. Δεν με ενδιέφερε μόνο να γνωρίζω τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αλλά και να μπορώ να ανασυνθέσω την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Τι έτρωγαν, πώς ζούσαν, τι φορούσαν, πώς μετακινούνταν, πώς μιλούσαν, τι φοβούνταν. Γιατί τελικά η Ιστορία γίνεται πραγματική όταν συναντά και ξεδιπλώνει την καθημερινότητα των ανθρώπων κάθε εποχής με τέτοιον τρόπο σαν να εξακολουθούν να αναπνέουν ανάμεσά μας.
-Το μυθιστόρημά σου παρακολουθεί τρεις γενιές γυναικών, δείχνοντας πώς τα ανεπούλωτα τραύματα περνούν από μητέρα σε κόρη. Πόσο δύσκολο είναι τελικά να σπάσει αυτός ο κύκλος της “κληρονομημένης μοίρας” και της σιωπής μέσα σε μια οικογένεια;
Νομίζω ότι αυτός είναι ένας από τους βασικούς άξονες του βιβλίου. Τα τραύματα που δεν μιλιούνται, δεν σημαίνει πως εξαφανίζονται. Δεν ξορκίζονται με την απόκρυψη. Μεταφέρονται με άλλους τρόπους: μέσα από συμπεριφορές, φόβους, σιωπές, ενοχές. Το δύσκολο είναι ότι πολλές φορές η επόμενη γενιά δεν γνωρίζει καν από πού προέρχεται αυτό που κουβαλά. Για μένα, όμως, το σημαντικό είναι ότι ο κύκλος μπορεί να σπάσει. Ίσως όχι εύκολα και ίσως όχι χωρίς συνέπειες, αλλά μπορεί να διαρραγεί τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να κοιτάξει κατάματα αυτό που οι προηγούμενοι είχαν φοβηθεί.
-Συνδέεις το ιστορικό συλλογικό τραύμα μιας γενοκτονίας με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα της ενδοοικογενειακής βίας. Πιστεύεις ότι οι μηχανισμοί του φόβου, της σιωπής και της κακοποίησης παραμένουν ίδιοι, απλώς αλλάζουν σκηνικό και κλίμακα στο πέρασμα των δεκαετιών;
Δεν θα έλεγα ότι είναι τα ίδια φαινόμενα, ούτε ότι μπορούν να συγκριθούν ως προς την κλίμακά τους. Υπάρχει όμως ένας κοινός μηχανισμός που με ενδιέφερε να εξετάσω: ο φόβος που οδηγεί στη σιωπή και η σιωπή που επιτρέπει στον φόβο να συνεχίζεται. Ο φαύλος αυτός κύκλος. Που έχει το σχήμα ενός κουμπιού. Είτε μιλάμε για μια κοινωνία που βιώνει συλλογική βία, είτε για έναν άνθρωπο που βιώνει βία μέσα στο ίδιο του το σπίτι, η ανάγκη για επιβίωση μπορεί να οδηγήσει στη σιωπή. Και ίσως το πρώτο βήμα προς την ελευθερία είναι ακριβώς η στιγμή που αυτή η σιωπή αρχίζει να θρυμματίζεται με κρότο.
Για μένα ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν φοβάσαι, δεν λυγίζεις ή δεν πληγώνεσαι. Σημαίνει ότι, ακόμη και μέσα στον φόβο και την πληγή, μπορεί κάποια στιγμή να διεκδικήσεις το δικαίωμα να επιλέξεις.
-Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να κρατήσεις απόσταση από το έργο σου; Έχουν “τρυπώσει” μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου δικά σου, προσωπικά κομμάτια ή κρυφές αγωνίες;
Νομίζω ότι κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να μείνει εντελώς έξω από ένα βιβλίο του. Ακόμη κι όταν γράφει μυθοπλασία, κάπου θα βάλει έναν φόβο του, μια ανάμνηση, μια αγωνία, έναν τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο. Στο μυθιστόρημα υπάρχουν σίγουρα κομμάτια μου, αλλά όχι απαραίτητα με τη μορφή ενός αυτοβιογραφικού γεγονότος. Ίσως περισσότερο αναφαίνονται με τη μορφή συναισθημάτων και ερωτημάτων που με απασχολούν.
-Παρά τα σκοτάδια που αντιμετωπίζουν, οι ηρωίδες σου επιβιώνουν και παλεύουν. Θα έλεγες ότι “Το Κουμπί” είναι, στον πυρήνα του, ένας φόρος τιμής στη γυναικεία ανθεκτικότητα και στη δύναμη της επιλογής;
Ναι, χωρίς όμως να θέλω να παρουσιάσω τις γυναίκες ως άτρωτες. Για μένα ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν φοβάσαι, δεν λυγίζεις ή δεν πληγώνεσαι. Σημαίνει ότι, ακόμη και μέσα στον φόβο και την πληγή, μπορεί κάποια στιγμή να διεκδικήσεις το δικαίωμα να επιλέξεις. Οι ηρωίδες μου δεν είναι δυνατές επειδή προσπαθούν να αποφύγουν τον πόνο. Είναι δυνατές επειδή, παρά όσα κουβαλούν, κάποια στιγμή αποφασίζουν τι θα κάνουν με τη ζωή που τους απομένει.
-Ολοκληρώνοντας αυτό το συγγραφικό ταξίδι, νιώθεις ότι το “Κουμπί” σε άλλαξε με κάποιον τρόπο, είτε ως άνθρωπο είτε ως δημιουργό;
Με άλλαξε κυρίως στον τρόπο που κατανοώ τη σιωπή. Όταν γνωρίζεις καλύτερα τις ιστορίες των ανθρώπων, καταλαβαίνεις ότι πολλές συμπεριφορές που παρατηρούμε στην επιφάνεια, κρύβουν από πίσω τους μια ολόκληρη διαδρομή φόβου, απώλειας ή τραύματος. Ως δημιουργό, με έκανε επίσης πιο απαιτητική απέναντι στον εαυτό μου. Κατάλαβα ότι κάποιες ιστορίες χρειάζονται χρόνο και ότι ο συγγραφέας οφείλει να ακούει τους ήρωές του πριν αποφασίσει τι θα τους κάνει. Τις περισσότερες φορές οι ίδιοι του δείχνουν τον δρόμο.
-Αν το χρυσό κουμπί της ιστορίας πέρναγε από τα χέρια των ηρωίδων σου στα χέρια του αναγνώστη τη στιγμή που κλείνει την τελευταία σελίδα, ποιο θα ήθελες να είναι το βασικό μήνυμα ή ο προβληματισμός που θα κρατήσει μαζί του;
Θα ήθελα να κρατήσει την ιδέα ότι το παρελθόν μας εξηγεί, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να μας καθορίζει. Κουβαλάμε πράγματα που δεν επιλέξαμε, ακόμη και τραύματα που δημιουργήθηκαν πολύ πριν γεννηθούμε. Αυτό που μπορούμε όμως να επιλέξουμε είναι τι θα κάνουμε με αυτά. Ίσως τελικά το πραγματικό “χρυσό κουμπί” να είναι ακριβώς αυτή η επιλογή: η δυνατότητα να κλείσουμε έναν κύκλο και να ανοίξουμε έναν καινούργιο.
-Τώρα που το βιβλίο έχει ξεκινήσει τη δική του αυτόνομη πορεία και “συνομιλεί” με τους αναγνώστες, υπάρχουν ήδη νέες ιδέες ή σημειώσεις στο συρτάρι σου για το επόμενο λογοτεχνικό σου βήμα;
Υπάρχουν ιδέες, σημειώσεις και αρκετές σελίδες που περιμένουν τη σειρά τους. Είναι ήδη εκεί. Όμως μετά από ένα τόσο απαιτητικό ταξίδι, αισθάνομαι ότι χρειάζομαι πρώτα λίγο χρόνο για να αδειάσω από ¨ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ’. Αλλά η ανάγκη για την επόμενη ιστορία είναι ήδη εκεί. Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο κομμάτι της συγγραφής: ότι ακόμη κι όταν τελειώνει ένα βιβλίο, μέσα σου έχει ήδη αρχίσει να γεννιέται το επόμενο.


