Από την Αγγελική Γκάτζια

Όταν επιχειρείς να γράψεις ακόμα ένα κείμενο για τον Θεόδωρο Κουρεντζή, προσπαθείς σχεδόν επιτακτικά, να βρεις τις κατάλληλες λέξεις που θα είναι συμπεριληπτικές όσο και η μουσική του αλλά και απόκοσμες όσο ο ίδιος. Ευτυχώς με την κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής σύνθεσης «Ανώτερη όλων το καλοκαίρι» μας δανείζει το λεξιλόγιο από το δικό του συναξάρι.
Μια αλληλουχία ποιημάτων με την κυριολεκτική έννοια όμως της λέξης «ποίημα». Μία γεωμετρική συνάρτηση «καμωμένων», μία συζήτηση με το θείο αλλά και τον θάνατο, ένα roller coaster εξύψωσης και καταβύθισης, μία λαχτάρα για το φως αλλά και την καρβουνίλα.
Τα σημεία στίξης και η στοίχιση έχουν τη σημασία τους, ακόμα και οι μικροί σταυροί ανάμεσα στις λέξεις, που σου προκαλούν την αίσθηση πως περπατάς σε νεκροταφείο.Ο έρωτας, πότε πρωταγωνιστής και πότε στο παρασκήνιο, πάντοτε όμως από την πλευρά των απογοητευμένων. Η συλλογή αυτή δεν γράφτηκε για να αρέσει, ούτε για να παρηγορήσει.
To πρώτο κονσέρτο του μαέστρου δύο μέρες μετά την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, έχουν παραταχθεί τα αντίτυπα-παιδιά του όπως και οι μουσικοί και χορωδοί του. Ένα αφιέρωμα στον Γ.Φ. Χαίντελ, τον οποίο -καθόλου συμπτωματικά- αναφέρει στον δεύτερο στίχο του πρώτου ποιήματός του. Κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι έχουμε δει μέχρι σήμερα από εκείνον, στην Ελλάδα τουλάχιστον.
Ένα μουσικό pasticcio, ένα μωσαϊκό κομματιών του Χαίντελ, δοσμένο με τεχνική αρτιότητα και έντονη θεατρικότητα. Οι σοπράνο εναλλάσσονται στη σκηνή, οι βιολονίστες σηκώνονται από τις θέσεις τους αιφνιδιαστικά, κάποιοι μουσικοί φεύγουν και επιστρέφουν κατά την διάρκεια της παράστασης και οι χορωδοί περπατούν και αλλάζουν θέσεις στον χώρο.
Και ο μαέστρος, χωρίς το πόντιουμ αυτή τη φορά να τον περιορίζει, γειωμένος, κινείται ελεύθερα στη σκηνή, πότε ως σκηνοθέτης και πότε ως ηθοποιός, πότε διευθύνει αυστηρά, πότε γυρίζει και αγγίζει την σοπράνο για να τον νιώσει δίπλα της, συνομιλεί μαζί της με τα μάτια και τραγουδά και ο ίδιος σε κάθε άρια. Αστειεύεται με μία πόρτα που τρίζει, το διασκεδάζει, δεν κοιτάζει σχεδόν ποτέ την παρτιτούρα, άλλωστε όλες οι νότες και λέξεις, ακόμα και το ντίμερ του φωτισμού, βρίσκονται στις άκρες των δακτύλων του.
Αργότερα θα υπογράψει κάποια αντίτυπα, το τελικό σίγμα του ονόματός του μοιάζει με νότα, το ταυ είναι με βεβαιότητα ένας σταυρός και το C (Currentzis διεθνώς) ίσως συμβολίζει τον κοινό χρόνο στη μουσική. Αν τον έχεις παρακολουθήσει έστω και λίγο, πάντοτε θα αναζητάς συμβολισμούς.
Στο τέλος της βραδιάς, η βιολογία θα κυριαρχήσει : πεινάει και τρώει , διψάει και πίνει και ίσως να είναι αρκετά κουρασμένος για κοινωνικές υποχρεώσεις. Ίσως πάλι να τον ενοχλεί η αχλή του Θερμαϊκού ακριβώς από κάτω μας. Βρίσκεται εκεί με σάρκα και οστά, στριμώχνεται σε ένα τραπέζι συνδαιτημόνων, μιλά χαμηλόφωνα, χαμογελά πιο χαμηλόφωνα, είναι υπαρκτός μα μοιάζει άυλος, διαπερατός, ασώματος, απώτερος όλων. Ανώτερος όλων.
