To Piano Day Athens 2022 είναι μια πρωτοβουλία του πιανίστα – συνθέτη Γιώργου Παρίση και της athens.works σε συνεργασία με τον φιλολογικό σύλλογο Παρνασσός.
Μιλάμε μαζί του για να μάθουμε πώς πήρε την απόφαση να ξεκινήσει τη Μέρα του Πιάνου στην Ελλάδα.
-Γιώργο μίλησέ μας για την πορεία σου. Ζεις εκτός Ελλάδος, κι όμως ξεκινάς ένα φεστιβάλ στην Αθήνα.
Τα τελευταία 8 χρόνια ζω και εργάζομαι στο Βερολίνο, το οποίο μου έδωσε πολλές πνοές ως μουσικό. Εκεί ασχολήθηκα σοβαρά με την σύνθεση, εκεί γνώρισα τους μουσικούς και ίδρυσα το ηλεκτροακουστικό μου σχήμα, τους Grey Paris. Εκεί έπαιξα στις πρώτες μεγάλες συναυλίες και πρωτοβρήκα μια κάποια ισορροπία μεταξύ καλλιτεχνικής δημιουργίας και εργασιακής ρουτίνας. Παράλληλα, όμως, όλο αυτό το διάστημα κόχλαζε μέσα μου μια ανάγκη εξωτερίκευσης προς τον τόπο που μεγάλωσα και έζησα τα πρώτα 25 χρόνια της ζωής μου. Οι αναμνήσεις που χώρεσα στις βαλίτσες μου μεγαλώνοντας στη Σέρρες και σπουδάζοντας στη Θεσσαλονίκη έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να βρίσκομαι και να κινούμαι καλλιτεχνικά στην Ελλάδα και να επιζητώ τη συναναστροφή με εκείνους που έχουν παρόμοιες έγνοιες και όνειρα, αυτό που λέμε «κοινές αναφορές».
Έπειτα το Βερολίνο βιώνει τον έντονο υπαρξιακό συγκλονισμό ενός οικονομικού εκσυγχρονισμού ο οποίος συνοδεύεται από μια έντονη επιφανειακότητα. Στην Ελλάδα ξαναβρίσκω εκείνο το στοιχεία της γνησιότητας στην Τέχνη που είναι καίριο για την καλλιτεχνική έκφραση. Συν το ότι υπάρχει εδώ μεγάλη ανάγκη για την υποστήριξη του Πολιτισμού. Και μιας και το κράτος τα τελευταία χρόνια έχει αποτύχει να αναδείξει τη σημασία των καλλιτεχνικών δράσεων κάθε τύπου, απαιτείται να υπάρξουν ατομικές πρωτοβουλίες που να καλλιεργούν τις πρόσφορες καλλιτεχνικές γαίες.
-Τι είναι αυτό που σε έκανε φέτος να το αποφασίσεις;
Η ιδέα της διοργάνωσης του Piano Day για το 2022 ήρθε τον Νοέμβριο του 2021 σε ένα στούντιο στην Αθήνας, ενώ ηχογραφούσα τον καινούργιο μου προσωπικό δίσκο. Παίζοντας σε εκείνο το υπέροχο πιάνο σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να προσκαλούσα κάποιους από τους διεθνείς πιανίστες, που γνωρίζω προσωπικά, να μαζευόμασταν μια ημέρα όλοι μαζί σε εκείνο το στούντιο, να παίζαμε ο καθένας μπροστά στους υπόλοιπους, να γινόταν συζητήσεις γύρω από το πιάνο και την σύνθεση και γενικότερα να ερχόμασταν όλοι πιο κοντά. Οπότε, συνειδητοποίησα, ότι στην ουσία ονειρευόμουν να οργανώσω ένα Piano Day, το οποίο θα ήταν ίσως κάπως πιο «εσωτερικό». Συζητώντας μετά την ιδέα με φίλες και φίλους κατάλαβα ότι θα ήταν κρίμα ένα τέτοιο εγχείρημα να μην επιχειρούνταν τουλάχιστον σε έναν χώρο πιο κατάλληλο και για το ευρύ κοινό.
Επίσης η πανδημία έπαιξε κι αυτή το ρόλο της. Με τη διακοπή τόσων εκδηλώσεων Τέχνης τα τελευταία δύο χρόνια δημιουργήθηκε η προσωπική ανάγκη δράσης. Οπότε στη βάση αυτή και με έντονη την επιθυμία να είμαι ενεργός καλλιτεχνικά όσο το δυνατόν περισσότερο στην Ελλάδα, ε… ήρθε και έδεσε το γλυκό.
-Είναι εύκολο να διοργανώσεις ένα φεστιβάλ από απόσταση;
Πολύ καλή απορία, γιατί κρύβει μέσα της κι άλλη μια ερώτηση: αν είναι γενικά εύκολο να διοργανωθεί ένα φεστιβάλ στην Ελλάδα. Προς έκπληξή μου εντόπισα, ότι ο κόσμος εδώ διψάει για καινούργιες ιδέες και έχει όρεξη να τις υποστηρίξει. Παράλληλα όμως υπάρχει και μεγάλος φόβος μιας οικονομικής αποτυχίας, μιας και οι χρηματοδοτήσεις είναι ελάχιστες, αν όχι ανύπαρκτες, και ταυτόχρονα το κοινό δεν μπορεί να υποστηρίξει ακριβά εισιτήρια. Οπότε η βασική δυσκολία έγκειται στον οικονομικό παράγοντα της παραγωγής μιας εκδήλωσης τέτοιας κλίμακας. Η αλήθεια είναι ότι χωρίς την πρωινή μου δουλειά και χωρίς προσωπικό κόστος, δεν θα είχα καταφέρει να οργανώσω το Piano Day. Θα ήταν δηλαδή αδύνατο.
Τώρα, η απόσταση φέρνει σαφώς κάποιες δυσκολίες, καθώς δεν μπορείς να γνωρίσεις το τοπίο στο οποίο κινείσαι και τους συνεργάτες σου από κοντά. Για αυτό και αποφάσισα τους τελευταίους 3 μήνες πριν την εκδήλωση να βρίσκομαι αρκετά συχνά στην Αθήνα. Από την άλλη πλευρά, όμως, η απόσταση σου χαρίζει και μια άλλη πιο αντικειμενική οπτική ως προς το εγχείρημα και σε προστατεύει εν μέρει από την φθορά του άγχους.
-Ποιοι καλλιτέχνες είναι οι δικοί σου αγαπημένοι και ποια θα ήταν η ιδανική, ονειρεμένη σύνθεση όσον αφορά τα ονόματα σε ένα τέτοιο φεστιβάλ;
Τυχαίνει να έχω αρκετά ευρεία ακούσματα και αντίστοιχα αρκετούς αγαπημένους καλλιτέχνες από τζαζ, ηλεκτρονικούς και μινιμαλιστικούς ήχους μέχρι παραδοσιακά κομμάτια της αφρικανικής ηπείρου και των σκανδιναβικών χωρών. Η ελληνική μουσική καταλαμβάνει επίσης μεγάλο κομμάτι των ακουσμάτων μου. Οπότε, ιδανικά θα ήθελα να υπάρχει όσο πιο πολύ πλουραλισμός γίνεται, καθώς το Piano Day είναι μια γιορτή. Και όχι μόνο η γιορτή του πιάνου, αλλά των διαφορετικών κουλτουρών, εθνικοτήτων, χρωμάτων και απόψεων. Άρα, νομίζω ιδανικά θα συμμετείχαν καλλιτέχνες που ο καθένας τους θα εκπροσωπούσε έναν ξεχωριστό ήχο και μια διαφορετική ματιά. Συγκεκριμένα, θα μπορούσα να φανταστώ τη συμμετοχή του Roberto Fonseca να αντιπροσωπεύει τον έθνικ τζαζ ήχο, τον Neil Cowley με τον ηλεκτροακουστικό του ήχο, τον Τigran Hamasyan με την πιο ροκ-τζαζ ήχο αρμένικης αισθητικής και τον Igor Levit για μια πιο την σύγχρονη ματιά στο κλασικό πιάνο. Παράλληλα θα πλαισίωνα τους παραπάνω μουσικούς με αντίστοιχους ανερχόμενους καλλιτέχνες της εγχώριας σκηνής, ώστε να δοθούν ευκαιρίες εξωτερίκευσης και στο «νέο αίμα» πράγμα που ήδη κάνουμε στο φετινό Piano Day!
-Στην Ελλάδα δεν είμαστε αρκετά εξοικειωμένοι με την κλασική μουσική σε οποιαδήποτε έκφανσή της. Πώς πιστεύεις πως θα μπορούσε να αλλάξει αυτό;
Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται κατά κόρον στην μουσική μας εκπαίδευση. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να μαθαίνει πιάνο σε σχολεία, ωδεία και σχολές, άκουγα μόνο κλασσικούς και ρομαντικούς συνθέτες του 18ου και 19ου αιώνα. Ποτέ δεν διδάχθηκα ως παιδί ποιος είναι ο George Gershwin και το έργο του Rhapsody in Blue, o Leonard Bernstein και το μιούζικαλ του West Side Story ή ο Philip Glass με τις μινιμαλιστικές συνθέσεις του.
Από την άλλη, θα ήθελα, θα επιθυμούσα πολύ να μάθαινα στα ωδεία αρκετά νωρίτερα ποιος είναι ο Chick Corea, o Keith Jarret, o McCoy Tyner και τόσοι άλλοι μεγάλοι συνθέτες – πιανίστες που μεγαλούργησαν στην τζαζ μουσική. Το ότι δηλαδή αποκλείσαμε για πάρα πολλά χρόνια από την μουσική εκπαίδευση τεράστια κομμάτια της παγκόσμιας μουσικής κουλτούρας είναι κάτι που ποτέ δεν κατάφερα να κατανοήσω σε βάθος. Πιστεύω ότι προσωπικά ζημιώθηκα που έμαθα και μελέτησα τους παραπάνω δημιουργούς πολύ αργότερα στη ζωή μου και είμαι σίγουρος ότι η πορεία μου μέχρι τώρα ως συνθέτης – πιανίστας θα ήταν διαφορετική. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα και στην Ελλάδα, πχ με την ίδρυση του τμήματος μουσικών σπουδών στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και με την δημιουργία κάποιων πιο σύγχρονων ωδείων.
Συνοψίζοντας, αν θέλουμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κλασική μουσική, θα πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που εκπαιδεύομε τα παιδιά μας.
-Υπάρχει κάτι που σου λείπει από τη ζωή σου στην Ελλάδα, ζώντας στο Βερολίνο;
Ω! Είναι μεγάλη η λίστα! Όπως προανέφερα, η συνύπαρξη με μουσικούς της ίδιας κουλτούρας που λείπει πολύ. Κατά την καλλιτεχνική ερμηνεία δεν είναι πάντα εφικτό να φτάσεις στο επιθυμητό βάθος, όταν με τους «συμπαίχτες» σου δεν έχεις κοινά σημεία αναφοράς ή τέλος πάντων δεν μιλάς την ίδια «γλώσσα». Επίσης μου λείπουν πολύ τα τραγούδια. Η Γερμανοί είναι ένας λαός, που στην καθημερινότητά τους δεν τραγουδάνε πολύ και δεν έχουν παράδοση στο τραγούδι. Αυτή η έλλειψη βέβαια έχει φέρει και κάτι θετικό, δημιουργώντας την ανάγκη να συνθέσω τραγούδια, κάτι το οποίο ήδη ετοιμάζεται. Τέλος, μου λείπει πολύ και η οικογένειά μου και η ψυχολογική χαλαρότητα που νιώθεις όταν κινείσαι σε έναν φιλικό προς τις αναμνήσεις σου τόπο και ξέρεις, ότι τα πιο δικά σου άτομα βρίσκονται δίπλα σου.




