Από τον Θάνο Ζυγουλιάνο*
[*που περιγράφει τον εαυτό του ως εξής: Σπούδασα Ιστορία της Τέχνης και Διερμηνεία Συνεδρίων. Αγαπώ τον κινηματογράφο -Πέδρο, αγάπη μου, έλα πάρε με από δω- και ειδικά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – η σχέση μας κρατάει πάνω από 10 χρόνια. Γράφω (σχεδόν) κόσμια για όσα συζητώ (τελείως) άσεμνα με τους φίλους μου.]
Μπήκε ο Μάρτιος και ήδη στο κέντρο της πόλης η ενέργεια αρχίζει να αλλάζει. Έτσι γίνεται κάθε χρόνο αυτή την εποχή, πριν από την έναρξη του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ – είναι, ρε παιδί μου, αυτός ο διαφορετικός αέρας που θα φυσάει στην πόλη για το επόμενο 15ήμερο περίπου.
Οι αφίσες έχουν ήδη εμφανιστεί και δίνουν κάπως το στίγμα της φετινής διοργάνωσης, κάνοντας και μερικά βλέμματα να γυρίσουν υποψιασμένα• πώς όχι άλλωστε, αφού η φετινή αφίσα φιλοτεχνήθηκε από έναν εκ των επίσημων καλεσμένων του φεστιβάλ, τον Δημήτρη Παπαϊωάννου (ναι, για τον γνωστό Παπαϊωάννου μιλάω)! Θα παρουσιάσει δύο ταινίες του, αλλά καθ’ όλη τη διοργάνωση θα τρέχει ένα μοναδικό happening. Στο MOMus – Κέντρο Πειραματικών Τεχνών στο λιμάνι, θα φιλοξενηθεί η εγκατάστασή του Inside, καθώς και το backstage video Backside.
Ο μήνας έφτασε 7 και είναι πια ξεκάθαρο ότι κάτι τρέχει: το Ολύμπιον γεμίζει κόσμο, στην Αριστοτέλους ακούς φωνές και μουσικές που δεν θυμίζουν πάντα Ελλάδα, το γυάλινο box φωτίστηκε και υποδέχεται τους πρώτους πελάτες και, φυσικά, οι αποθήκες του λιμανιού κυψέλες που θα αρχίσουν να παράγουν αυτό το πολύτιμο κινηματογραφικό μέλι!
Εν τω μεταξύ, εγώ τόσα χρόνια δουλεύω στο φεστιβάλ, τους συνήθεις υπόπτους, συναδέλφους εννοώ, ακόμα δεν πρόφτασα να τους δω! Ίσα-ίσα πέτυχα την Ελίζ την ώρα που έμπαινα στο Ολύμπιον, δώσαμε ένα φιλί, μου είπε “Thanos bonjour! Je ne peux pas parler maintenant avec toi, on parlera plus tard! Bon début!” και έφυγε σχεδόν τρέχοντας! Ένα “bisous” πρόλαβα να ψελλίσω και μετά σκέφτηκα ότι το βράδυ στην έναρξη έχουμε και Fernando Trueba με καινούργια ταινία, έχουμε και Πρόεδρο της Δημοκρατίας να τον βραβεύει και να κηρύσσει την έναρξη του φεστιβάλ. Ε, με το δίκιο της έτρεχε η γυναίκα!

Η μέρα κύλησε υπέροχα. Πολύς κόσμος μέσα στις αίθουσες, άλλος τόσος έξω, σε πηγαδάκια, να ανταλλάσει απόψεις για τα ντοκιμαντέρ της πρώτης μέρας. Την τελετή έναρξης παρουσίασε σύντομα και περιεκτικά ο Ορέστης – ο Ανδρεαδάκης ντε – και, αφού καλωσόρισε τον κόσμο, τον τιμώμενο σκηνοθέτη και την Πρόεδρο, έγινε η βράβευση και οι θεατές παρακολούθησαν την ταινία. Να σχολιάσω για άλλη μία φορά το πόσο μπροστά στυλιστικά είναι ο διευθυντής μας, έτσι;
Να μην ξεχάσω να αναφέρω ότι το πόσο απολαμβάνω αυτούς που τις ημέρες του φεστιβάλ τις βλέπουν σαν εκδρομή, δεν λέγεται! Έχουν στο χέρι το πρόγραμμα, μια τσάντα με τα απαραίτητα, νερό και χυμούς κυρίως, και τον φάκελο με τα εισιτήρια – τοποθετημένα στρατηγικά, ώστε να μην τα ψάχνουν την ώρα της εισόδου στην αίθουσα• δεν είναι και λίγοι αυτοί που πρέπει να τρέχουν από τη μία ταινία στην άλλη, από το Ολύμπιον στο λιμάνι και τούμπαλιν! Αλλά αυτή ακριβώς είναι η ικανοποίησή τους. Η δική μου, πάλι, που δουλεύω μέσα στις αίθουσες, είναι η συναναστροφή με τους σκηνοθέτες από το εξωτερικό, ο ζωντανός διάλογος ανάμεσα σ’ αυτούς και το κοινό και, φυσικά, οι γνώριμες φιγούρες με τις οποίες δίνουμε άτυπο ραντεβού σε κάθε διοργάνωση. Χωρίς να έχουμε επαφή τον υπόλοιπο χρόνο ή να γνωρίζουμε πολλά προσωπικά στοιχεία, κάθε φορά είναι σαν να μη χαθήκαμε ποτέ! Φοβερό συναίσθημα! (Όπως τα τυροπιτάκια της κυρίας Μάρθας και τα μαρόν γλασέ της Βίκυς – δίνουν ενέργεια λέει – που ποτέ δεν θα παραλείψουν να μου φέρουν!)
Φέτος είχαμε και το αφιέρωμα Citizen Queer: περιελάμβανε παλιότερα ντοκιμαντέρ ΛΟΑΤΚΙ+ ενδιαφέροντος, Ελλήνων και ξένων δημιουργών, για την ιστορία και τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε το κίνημα στο πέρασμα του χρόνου. Κι ενώ ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι μ’ αυτό το αφιέρωμα, δυστυχώς το Σαββατόβραδο στην πλατεία Αριστοτέλους σφραγίστηκε από ένα γεγονός που μας εξόργισε όλους και μας έκανε να αναρωτηθούμε για το τι μέλλει γενέσθαι. Δύο queer άτομα, περπατώντας προς την παραλία, χωρίς να ενοχλούν κανένα, προπυλακίστηκαν από τεράστιο αριθμό (100 – 200 διαβάσαμε) νεαρών, που μάλλον το θεώρησαν χρέος τους – τιμή τους ίσως – να αντιδράσουν μ’ αυτόν τον τρόπο. Ακόμα πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι υπήρχαν τριγύρω άτομα που παρατηρούσαν, χλεύαζαν και γελούσαν χωρίς αντίδραση, βιντεοσκοπώντας απλώς τα τεκταινόμενα με το κινητό τους. Μαρτυρίες ανέφεραν ότι στο πλήθος υπήρχαν και ζευγαράκια όπου τα αγόρια αποδείκνυαν, με την αντίδραση τους, την ‘ανώτερη αρρενωπότητά’ τους στα κορίτσια τους. Συμπτωματικά, μερικές μέρες αργότερα και με αφορμή το αφιέρωμα που ανέφερα παραπάνω, διοργανώθηκε από την Αγορά η ομιλία/συζήτηση με τίτλο “Talking Heads – Citizen Queer: Ξεπερνώντας τις τάσεις και τα κουτάκια εντός και εκτός οθόνης”. Το πάνελ διακεκριμένων καλεσμένων από ελλάδα και εξωτερικό συζήτησε για θέματα που αφορούν τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα και την αναπαράσταση της εντός και εκτός κινηματογραφικού πλαισίου. Η συντονίστρια ξεκίνησε τονίζοντας πόσο καίρια είναι αυτή η συζήτηση δεδομένης της πρόσφατης ψήφισης της ισότητας στον γάμο (ούσα, μάλιστα, η Ελλάδα η πρώτη ορθόδοξη χώρα που τη θεσμοθετεί), και συνέχισε σχολιάζοντας το πρόσφατο λυπηρό γεγονός της Αριστοτέλους. Ακούστηκαν εξαιρετικές απόψεις σχετικά με τα ζητήματα που τέθηκαν, αλλά, αν έπρεπε να κρατήσω κάτι από τη σχεδόν δίωρη συζήτηση, αυτό θα ήταν ότι βασικό μέλημα κατά τη δημιουργία πρέπει να είναι η οπτική γωνία από την οποία παρουσιάζουμε κάτι, σύμφωνα πάντα με το κοινό το οποίο στοχεύουμε και θέλουμε να αγγίξουμε.
Στο ίδιο κλίμα κινείται και ένας από τους τιμώμενους καλεσμένους μας φέτος, ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης, που οι δουλειές του πάντα αφορούν την ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητα. Σε κάποιους μπορεί να είναι πιο γνωστός από τη συμμετοχή του στη συγγραφή του σεναρίου ταινιών του Πάνου Κούτρα, αλλά στα μάτια μου είναι ενός είδους homo universalis: μεταφραστής από τα Ιαπωνικά και τα Ισπανικά, flâneur, συγγραφέας και πολύ σημαντικός ντοκιμαντερίστας που σε κάθε του ταινία ερευνά, στοιχειοθετεί και παρουσιάζει μια τρυφερότητα ζωτική, τυλιγμένη σε πολλαπλά νοήματα, μέσα από ιστορίες βαθιά ανθρώπινες που ξεφεύγουν από συμβάσεις και στερεότυπα, όπως διαβάζουμε και στο σχετικό δελτίο τύπου. Οι εκάστοτε συμμετέχοντες τον εμπιστεύονται, φαίνεται ότι τον εκτιμούν και του επιτρέπουν να είναι παρών, να καταγράψει ακόμα και στιγμές πολύ προσωπικές, ωμά αληθινές, πραγματικές σε εικονιστικό και συναισθηματικό επίπεδο. Ο θεατής – εγώ τουλάχιστον – παραδέχεται το γνωστό “I did not see that coming!” και νιώθει άβολα, με τρόπο, όμως, που τα επόμενα λεπτά αυτό το συναίσθημα μετατρέπεται σε ανακουφιστική κοινωνία και πονηρή συνομωσία. Είχαμε και την πρεμιέρα της Sylvia Robyn, του τελευταίου του ντοκιμαντέρ, και τη χαρά να γνωρίσουμε και την ίδια την πρωταγωνίστρια! Μια γλύκα σας λέω! Και την Παρασκευή το βράδυ έλαβε, για τη συνολική καλλιτεχνική του προσφορά, τον τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο από το φεστιβάλ, δια χειρός του σκηνοθέτη, συνεργάτη και φίλου του, Πάνου Κούτρα. Προβλήθηκαν οι εμβληματικοί “Γάμοι της Τήλου” που καταχειροκροτήθηκαν, όντας ένα πρώτο, προφητικό(;) βήμα για την εδραίωση της ισότητας στον γάμο. Πέρα από την καλλιτεχνική αξία, η προβολή είχε ένα ακόμα ειδικό βάρος: ήταν μία προβολή καθολικά προσβάσιμη, θεσμός και μέριμνα που έχει πια καθιερώσει η διοργάνωση.
Το πρωί, πριν αρχίσει το συμπούρμπουλο με τις προβολές, συνήθως πήγαινα για καφέ στην αποθήκη Γ στο λιμάνι, στο στρατηγείο της διοργάνωσης δηλαδή. Εντάξει, από τη μία ήταν ο πυρετός του φεστιβάλ – η καρδιά του άλλωστε ανέκαθεν χτυπούσε στο λιμάνι – αλλά από την άλλη ήταν και ίδιον το όφελος, όπερ να δω τα παιδιά που στήνουν τη διοργάνωση. Στα τόσα χρόνια, ήδη μετράω 14 φέτος (το ηλικιακό σχόλιο το έκανα ήδη από μέσα μου, και δεν ήμουν ευγενικός!), που μπλέκομαι με το φεστιβάλ, οι άνθρωποι έγιναν κυριολεκτικά δεύτερη οικογένεια, κι ας βρισκόμαστε όλο κι όλο δύο φορές τον χρόνο, αφού η συντριπτική πλειοψηφία ζει στην Αθήνα. Δεν μπορώ να κατατάξω κάποιον πιο ψηλά από κάποιον άλλο. Είναι αυτό που κάθε φορά περιμένω να τους δω όλους, θα πούμε κάτι διαφορετικό με τον καθένα και σίγουρα θα γελάσουμε πολύ!
Η Αγγελική στο Διεθνές Πρόγραμμα, νομίζω κατέχει επάξια τον τίτλο του μέντορά μου: από την πρώτη μέρα είναι δίπλα μου και φροντίζει να μην έχω κανένα πρόβλημα. Πάντα γελάω όταν την παίρνω τηλέφωνο σε ανύποπτο χρόνο και η αυτόματη απάντηση είναι “Θάνο μου, όλα καλά; Συνέβη κάτι;” Το ίδιο και ο Θάνος, που βέβαια τα τελευταία χρόνια δουλεύει με την Αγορά, και φυσικά ο Γιώργος με το αστείρευτο χιούμορ και τις απίστευτες γνώσεις! Οι δύο Γιάννηδες, νεότερες προσθήκες αυτοί, θα με καλωσορίσουν με χαμόγελο και φυσικά ο Δημήτρης, ο ιθύνων νους πίσω απ’ τα αφιερώματα.
Από την άλλη, οι μάγοι του Ελληνικού Προγράμματος, η Ελένη κι ο Βασίλης, που τόσα χρόνια πάντα μου ψιθυρίζουν στο αυτί ποιες ταινίες δεν πρέπει να χάσω! Με την Ελένη δεν μιλάμε συχνά, αλλά η αγκαλιά που μου κάνει όποτε βλεπόμαστε, είναι σαν να μην χαθήκαμε ποτέ. Με τον Βασίλη, και λόγω γεωγραφίας, τα λέμε πιο συχνά, αν και το ξεκίνημά μας ήταν ελαφρώς περίεργο, καθώς, όταν πρωτογνωριστήκαμε, δεν μπορώ να πω ότι τον είδα και με πολύ καλό μάτι… Διαψεύστηκα, βέβαια, περίτρανα, αν όχι την επόμενη, σίγουρα τη μεθεπόμενη μέρα. Φυσικά αναγνώρισα το λάθος μου και τώρα μού το χτυπάει, όποτε θέλει να με πειράξει! Θα δεί αυτός όμως…
Πέρα από τη συνάντηση με τα παιδιά και το καφεδάκι μετά κουτσομπολιού, η αποθήκη Γ είναι φυσικά το καλύτερο σημείο για να δει κάποιος τους καλεσμένους του φεστιβάλ – ηθοποιούς, σκηνοθέτες, δημοσιογράφους, παραγωγούς – και να ακούσει απόψεις και πρόβληματισμούς κατευθείαν μέσα από τις αίθουσες προβολής. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που αγαπάω τόσο το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ: η θεματολογία είναι απέραντη, δεν σταματά να μας εκπλήσσει! Από τη μελέτη κάποιας πληθυσμιακής μειονότητας υπό εξαφάνιση, ως την κατασκευή ενός χειροποίητου παραδοσιακού παιχνιδιού σε κάποιο βουνό του Καζακστάν, ακόμα και την παρουσίαση της έλλειψης θεμελιωδών δικαιωμάτων σε μία κοινωνία ενώ στο ευρύ κοινό θεωρούνται αυτονόητα, ως την αναβίωση ενός παμπάλαιου εθίμου ανήμερα του Αγίου Πατάπη σε κάποιο χωριό της Δυτικής Μακεδονίας. Και φυσικά, οι διαφορετικές θεματικές δημιουργούν αντίστοιχες συζητήσεις, άλλοτε πολύ ζωηρές στους χώρους της διοργάνωσης και άλλοτε ηχηρές, συχνά οργισμένες, με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, με εμπλεκόμενους πολίτες και φορείς της πόλης.
Περίτρανο παράδειγμα το ντοκιμαντέρ “Αδέσποτα Κορμιά” της Ελίνας Ψύκου, το οποίο, μάλιστα, βραβεύτηκε κιόλας! Το σούσουρο ξεκίνησε πριν από την έναρξη του φεστιβάλ ακόμα, όταν πολίτες με ιδιαίτερα οξυμένο θρησκευτικό αισθητήριο, έστελναν σωρηδόν e-mails στη διοργάνωση, ζητώντας να μην γίνει καν προβολή της συγκεκριμένης ταινίας στο φεστιβάλ. Κάποιες μέρες αργότερα, όταν αναρτήθηκε και η αφίσα της ταινίας, το πράγμα πήρε άλλη τροπή. Επενέβη με επιστολή και η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ζητώντας αφενός να κατέβει η αφίσα και αφετέρου να μην προβληθεί η ταινία, με επίδικο την προσβολή του θρησκευτικού αισθήματος. Η Ελίζ Ζαλαντό, η γενική διευθύντρια, ανέλαβε δράση απαντώντας περιεκτικά και με σεβασμό και διευθετώντας το θέμα χωρίς προβλήματα (την απάντησή της μπορείτε να τη βρείτε εύκολα με μία αναζήτηση στο διαδίκτυο, όμως θεωρώ αντικειμενικό highlight την άρνησή της για επιβολή λογοκρισίας απαγορεύοντας οποιαδήποτε προβολή). Για καλό και για κακό, βέβαια, υπήρχε μία ετοιμότητα πριν την προβολή της ταινίας, άλλα ευτυχώς δεν χρειάστηκε καμία παρέμβαση. Και αν με ρωτάτε, ήταν μία από τις ωραιότερες στιγμές του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, με προβληματισμούς που χρήζουν άμεσης διευθέτησης, και θα έπρεπε να παρουσιαστεί σε όλους από 14-15 ετών και άνω!
Αυτή, λοιπόν, είναι ή μάλλον, για να είμαι ακριβής, ήταν η εμπειρία μου στο φεστιβάλ ως το 2020 που η σωματική μου κατάσταση μου επέτρεπε να βρίσκομαι εκεί, να δουλεύω και να τα ζω όλα όπως ήθελα. Από τότε απολαμβάνω τις ταινίες στην online πλατφόρμα που προσφέρει η διοργάνωση, και για 10 ημέρες υποβάλλομαι στην ψευδαίσθηση ότι τριγυρίζω στις γνωστές γωνιές του φεστιβάλ και, σβήνοντας τα φώτα, αναπαράγω, έστω και στα ψέματα, τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα των φυσικών κινηματογραφικών αιθουσών. Όταν μιλάω για φυσική παρουσία, βέβαια, εννοώ μόνο τις ταινίες, τη δουλειά και την κινηματογραφική εμπειρία, γιατί με τα παιδιά, ακόμα και έτσι, παραμένουμε οικογένεια• εννοείται ότι η τηλεφωνική μας επαφή είναι συνεχής και, αν μου δοθεί η ευκαιρία, θα πάω στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, να πιούμε έστω έναν καφέ.
Έτσι έγινε και φέτος – μη νομίζετε ότι είχε μεγάλη διαφορά• για μισή μέρα πήγα, η Ελίζ με φίλησε και έτρεχε για τις δουλειές της, ο Ορέστης να μου δίνει το χέρι μιλώντας στο τηλέφωνο, και οι αγκαλιές των αγαπημένων μου ζεστές όπως πάντα. Εκεί ήταν και η Μαρία, υπεύθυνη προσωπικού μεν, αλλά για όλους είναι αυτή η φωνή που χαρακτηρίζει πια το φεστιβάλ: καλωσορίζει τους θεατές μόλις σβήσουν τα φώτα, υπενθυμίζοντας τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς στην αίθουσα. Και αλίμονο σε όποιον δεν συμμορφωθεί! Εγώ πάντως, όταν ακούω αυτό το “Θάνο μου!” μ’ αυτή τη φωνή, λιώνω! Παραδίπλα να κι οι κομπιουτεράδες μας, ο Λάζαρος και ο Μιχάλης. Πώς καταφέρνουν να βγάζουν τόση γλύκα μέσα στον πανικό, απορία το έχω!
Συζητήσαμε για τις ταινίες, έμαθα μερικά υπέροχα, ζουμερά desous (θα σας τα πω άλλη φορά αυτά), τσιμπήσαμε κάτι, ήπιαμε το καφεδάκι μας και επιστρέψαμε ο καθένας στη δουλειά του. Σαν να μην πέρασε μια μέρα δηλαδή!
Δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια την αλλαγή στη ζωή μου και τις ευκαιρίες που μου έδωσε η ενασχόλησή μου με το φεστιβάλ, αλλά ούτε, και σε ανθρώπινο επίπεδο, την ευγνωμοσύνη που νιώθω γι’ αυτά τα παιδιά που εξαρχής με αγκάλιασαν, στη συνέχεια με εμπιστεύτηκαν και τελικά μου χάρισαν το κυριότερο: μερικές από τις ωραιότερες και σημαντικότερες εμπειρίες της ζωής μου, τη φιλία και την αγάπη τους. Γιατί μόνο ως αγάπη μπορώ να χαρακτηρίσω την αντίδρασή τους όταν τους ενημέρωσα ότι πάσχω από σκλήρυνση κατά πλάκας. Μόνο από αγάπη θα μπορούσε να με καλεί κάποιος συχνά μέσα στην ημέρα ρωτώντας αν αισθάνομαι καλά. Και όταν για μένα έγιναν πιο δύσκολα τα πράγματα σωματικά, μιλώντας μόνο με αγάπη, ενδιαφέρονταν να βρουν τρόπους να κάνουν προσιτή και άνετη την κάθε μου μέρα εκεί. ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ, ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΩ!
Έφτασε και η Κυριακή, ημέρα της λήξης, και, αν και δεν βρισκόμουν εκεί, είμαι σίγουρος ότι επικρατούσε αυτή η αδιόρατη θλίψη από καλεσμένους και προσωπικό. Το μεσημέρι δόθηκαν τα βραβεία στην, καθιερωμένη πια, απονομή στην αποθήκη Γ και το βράδυ το φεστιβάλ έριξε αυλαία στο Ολύμπιον με το “Πίσω απ’ τη μαρκίζα” για τον μοναδικό Γιάννη Σπανό. Και θα ακουστεί τρελή κλισεδιά τώρα, αλλά εγώ θα το πω: νομίζω ότι ο Σπανός χαμογέλασε από κει ψηλά που η πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ για τη ζωή και την τέχνη του έγινε στην “Αριστοτέλους που γερνάς”…
Τα λέμε τον Νοέμβριο, αδέρφια!





