Από τον Βασίλη Κωστάκη*
Το 2008, ένα ερασιτεχνικό βίντεο με τίτλο «Το κρασάκι του Τσου» ανέβηκε στο YouTube και έγινε viral. Η ιδέα ήταν απλή και ιδιοφυής: η «επιφανειακή μετάφραση» ενός ιαπωνικού τραγουδιού στα ελληνικά, όπου οι στίχοι αποδίδονταν με βάση το πώς ακούγονταν φωνητικά, όχι το τι σήμαιναν. «Κι είχε η μπουγάτσα κενό, μια μύγα εδώ στο λαιμό, χύνω ΟΜΟ, αχ τι κάνω» και «ούρα μηνών CAMPARI» είναι στίχοι που θα μας συνοδεύουν μέχρι να πεθάνουμε, όπως σημειώνει ο χρήστης Skyshadow1 κάτω από το βίντεο. Χιλιάδες σχόλια, εκατομμύρια προβολές, δεκάδες επανεκτελέσεις, ατελείωτα γέλια.
To krasaki tou Tsou
Mia epiki tainia, gia ena omorfo agori kai tesseris (4) thrilikous samourai. Kane to psonio sou kai kerdise mexri 3000 E! http://www.psoniastointernet.gr
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, το «κρασάκι του Τσου» μοιάζει με απολίθωμα από μια άλλη εποχή. Όχι επειδή δεν είναι πια αστείο –είναι– αλλά επειδή αντιπροσωπεύει έναν διαδικτυακό κόσμο που υποσχόταν κάτι διαφορετικό από αυτό που τελικά πήραμε.
Το διαδίκτυο που χάσαμε
Το «κρασάκι του Τσου» γεννήθηκε στην εποχή που αποκαλούσαμε «Web 2.0»· μια εποχή που το διαδίκτυο φαινόταν να ανήκει στους χρήστες του. Οποιοσδήποτε με μια κάμερα και λίγη φαντασία μπορούσε να δημιουργήσει, να μοιραστεί, να γίνει μέρος μιας παγκόσμιας συζήτησης. Η δημιουργικότητα ήταν αποκεντρωμένη, αυθόρμητη, ανυπότακτη σε λογικές κερδοσκοπίας.
Τι απέγινε αυτή η υπόσχεση;
Σήμερα, το YouTube ανήκει στη Google (Alphabet). Οι αλγόριθμοι αποφασίζουν τι θα δούμε. Η «δημιουργία περιεχομένου» έχει γίνει επάγγελμα υποταγμένο στη λογική της κερδοσκοπίας. Οι πλατφόρμες που υποτίθεται ότι θα εκδημοκράτιζαν τη δημιουργία έγιναν οι μεγαλύτερες μηχανές εξαγωγής αξίας και προσοχής της ιστορίας. Το διαδίκτυο δεν ανήκει πια σε όσους και όσες το χρησιμοποιούν· ανήκει σε πέντε-έξι εταιρείες που ελέγχουν τι βλέπουμε, τι ακούμε, πώς επικοινωνούμε.
Από τα ανυπότακτα memes στην τεχνητή νοημοσύνη
Η δημιουργικότητα που έκανε viral το «κρασάκι του Τσου» τροφοδότησε τελικά ένα σύστημα που δεν σχεδιάστηκε για να την υπηρετεί. Κάθε κλικ, κάθε σχόλιο, κάθε γέλιο μπροστά στην οθόνη μετατράπηκε σε δεδομένα· και τα δεδομένα έγιναν το νέο πετρέλαιο.
Σήμερα, η τεχνητή νοημοσύνη εκπαιδεύεται πάνω σε αυτή τη συλλογική δημιουργικότητα, συχνά χωρίς τη συναίνεση όσων τη δημιούργησαν. Τα γλωσσικά μοντέλα που γράφουν κείμενα, που συνθέτουν εικόνες, που απαντούν σε ερωτήσεις, στηρίζονται στην εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν ρωτήθηκαν και δεν αμείφθηκαν ποτέ. Η ερασιτεχνική δημιουργικότητα του 2008 έχει μετατραπεί σε πρώτη ύλη για τεχνολογικούς κολοσσούς του 2026.
Η νοσταλγία δεν αρκεί
Θα ήταν εύκολο να σταματήσουμε εδώ, με μια μελαγχολική νοσταλγία για το διαδίκτυο της νιότης μας. Αλλά η νοσταλγία είναι πολιτικά αδύναμη αν δεν συνοδεύεται από όραμα για το μέλλον.
Το «κρασάκι του Τσου» μας θυμίζει κάτι σημαντικό: ότι η δημιουργικότητα ανθεί όταν είναι συλλογική, αυθόρμητη, απελευθερωμένη από τη λογική του κέρδους. Οι δημιουργοί του δεν το έφτιαξαν για να βγάλουν λεφτά· το έφτιαξαν επειδή τους διασκέδαζε, επειδή ήθελαν να το μοιραστούν, επειδή η χαρά της δημιουργίας ήταν αυτοσκοπός.
Αυτή η λογική δεν έχει εξαφανιστεί. Υπάρχει στο ελεύθερο λογισμικό που τρέχει τους 500 ισχυρότερους υπολογιστές του κόσμου. Υπάρχει στη Βικιπαίδεια, που νίκησε την κερδοσκοπική ψηφιακή εγκυκλοπαίδεια της Microsoft Encarta. Υπάρχει σε κοινότητες που μοιράζονται σχέδια για αγροτικά μηχανήματα, για μικρές ανεμογεννήτριες, για δορυφόρους ανοιχτού κώδικα. Υπάρχει σε ενεργειακές κοινότητες που αρνούνται να αντιμετωπίζουν την ενέργεια ως εμπόρευμα.
Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να επιστρέψουμε στο 2008· δεν μπορούμε, ούτε θα έπρεπε να θέλουμε. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να οικοδομήσουμε ψηφιακούς χώρους που υπηρετούν τις κοινότητες αντί να τις εκμεταλλεύονται. Μικρότερα, ανοιχτά, δημοκρατικά συστήματα αντί για κερδοσκοπικούς κολοσσούς. Τεχνολογία ως κοινό αγαθό, όχι ως εργαλείο συσσώρευσης πλούτου και ελέγχου.
Το «κρασάκι του Τσου» ήταν ένα μικρό θαύμα ανθρώπινης συνεργασίας και χιούμορ, που μοιράστηκε ελεύθερα σε έναν κόσμο που δεν είχε ακόμα κατανοήσει πλήρως την αξία αυτού που δημιουργούσε. Η πραγματική ερώτηση είναι: μπορούμε να κρατήσουμε αυτό το πνεύμα ζωντανό, ενώ παράλληλα διεκδικούμε πίσω τον έλεγχο των εργαλείων που χρησιμοποιούμε;
Γιατί τελικά, η μάχη για το διαδίκτυο που θέλουμε είναι πολιτική. Και αν χάσουμε, τα επόμενα «κρασάκια του Τσου» θα τα γράφουν αλγόριθμοι, θα τα εγκρίνουν εταιρικά συμβούλια, και κανείς και καμιά μας δεν θα γελάει.
—
*Ο Βασίλης Κωστάκης είναι Καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Ταλίν και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
