του Βήτα Ταφ
Υπάρχουν ηθοποιοί που τους θαυμάζεις για την τεχνική τους, για την ακρίβεια, για το εύρος τους, για τη δυνατότητά τους να μεταμορφώνονται. Και υπάρχουν και οι πολύ πιο σπάνιοι, εκείνοι που κάποια στιγμή παύουν να είναι απλώς καλοί στη δουλειά τους και αρχίζουν να σου δημιουργούν την άβολη αίσθηση ότι, χωρίς να σε έχουν συναντήσει ποτέ, ξέρουν κάτι για σένα που εσύ ακόμη παλεύεις να ονοματίσεις.
Έτσι λειτουργεί για μένα ο Kieran Culkin. Όχι ως σταρ, ούτε ως μια εύκολη φιγούρα ταύτισης, αλλά ως ένας ηθοποιός που επιστρέφει ξανά και ξανά σε ανθρώπους νευρικούς, ειρωνικούς, δύσκολους, ακατάστατους συναισθηματικά, ανθρώπους που μοιάζουν να μιλούν αστεία για να μη μιλήσουν καθόλου για το πραγματικό πρόβλημα. Και αυτό δεν με τραβά επειδή είναι εντυπωσιακό. Με τραβά επειδή είναι αληθινό.
Όσο περισσότερο διάβαζα για τη ζωή του, τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι αυτό που βλέπω στις ερμηνείες του δεν είναι ένα κόλπο ύφους. Είναι ένας τρόπος ύπαρξης που έχει περάσει πρώτα από το σώμα του ίδιου, από την παιδική έκθεση, από μια οικογένεια ταυτόχρονα δεμένη και τραυματισμένη, από μια μόνιμη δυσπιστία απέναντι στη διασημότητα, από την αίσθηση ότι το ταλέντο μπορεί να σε σώσει και να σε πληγώσει μαζί. Γι’ αυτό και εδώ δεν θέλω να γράψω απλώς ένα προφίλ. Θέλω να γράψω για το τι σημαίνει να συναντάς σε έναν καλλιτέχνη μηχανισμούς που αναγνωρίζεις μέσα σου.
Η ζωή που έφτιαξε τον άνθρωπο πριν τον ηθοποιό
Ο Kieran Culkin μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια επτά παιδιών, σε μικρό διαμέρισμα, με πατέρα τον Kit Culkin, πρώην θεατρικό ηθοποιό που έσπρωξε τα παιδιά προς την υποκριτική, και μητέρα την Patricia Brentrup, την οποία ο ίδιος έχει περιγράψει ως τον άνθρωπο που ουσιαστικά κράτησε όρθια την οικογένεια. Στις δικές του αναμνήσεις, το βασικό συναίσθημα εκείνων των χρόνων δεν είναι η λάμψη αλλά μια σχεδόν ζωική αίσθηση αγέλης, η ανάγκη να είναι όλοι μέσα, όλοι ασφαλείς, όλοι παρόντες πριν ηρεμήσει και ο ίδιος. Αυτή η εικόνα εξηγεί πολλά, γιατί σε έναν άνθρωπο που έμαθε από παιδί να μετρά αν λείπει κάποιος, η απώλεια και ο φόβος εγκατάλειψης δεν είναι αφηρημένες λέξεις αλλά εσωτερική συνθήκη.
Το άλλο κομμάτι που τον διαμόρφωσε ήταν η διασημότητα του Macaulay Culkin, την οποία έζησε από κοντά, σχεδόν σαν προειδοποίηση. Ο ίδιος έχει πει καθαρά ότι βλέποντας τι έκανε η μαζική φήμη στον αδελφό του, κατάλαβε νωρίς ότι αυτό το είδος προβολής δεν έχει τίποτα το ελκυστικό. Την ίδια εποχή, η διάλυση της οικογένειας και η δημόσια έκθεση της δικαστικής διαμάχης για την επιμέλεια τού άφησαν μια μόνιμη δυσφορία απέναντι στα μέσα και στη λογική του θεάματος που μετατρέπει τον ιδιωτικό πόνο σε δημόσιο υλικό. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα θα προτιμήσει συχνά τη δουλειά κάτω από το ραντάρ από την εύκολη προβολή.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε το 2008 ο θάνατος της αδερφής του Dakota Culkin, απώλεια που ο ίδιος έχει περιγράψει ως να χάνει ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του. Είναι από τις πιο αποκαλυπτικές του εξομολογήσεις ότι αργότερα αναγνώρισε στο χιούμορ του Roman Roy κάτι από το δηλητηριώδες, πανέξυπνο, ακριβές χιούμορ της αδελφής του. Για μένα αυτό είναι συγκλονιστικό, όχι επειδή δίνει έναν βιογραφικό κωδικό ανάγνωσης σε μια ερμηνεία, αλλά επειδή δείχνει πόσο συχνά οι μεγάλοι ηθοποιοί δεν πατούν απλώς στη φαντασία τους. Πατούν στους νεκρούς τους, στα ρήγματά τους, στις μνήμες που δεν έφυγαν ποτέ.
Ίσως το πιο ουσιαστικό στοιχείο της διαδρομής του είναι ότι για δεκαετίες έπαιζε χωρίς να είναι βέβαιος πως αυτό ήταν η συνειδητή του επιθυμία. Ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι επειδή μπήκε τόσο νωρίς στο επάγγελμα, πέρασε κρίση ταυτότητας στα δεκαεννιά και στα είκοσι και άργησε απίστευτα να νιώσει ότι διάλεξε όντως την υποκριτική. Έφτασε μάλιστα να πει ότι κατάλαβε πραγματικά πως θέλει να είναι ηθοποιός μόνο στα μισά της πρώτης σεζόν της Succession. Αυτή η καθυστέρηση δεν με απομακρύνει από εκείνον. Το αντίθετο. Τον κάνει πιο ανθρώπινο, γιατί δείχνει κάποιον που πέρασε πρώτα από την αμφιβολία, από την άρνηση και από την ανάγκη να ξεχωρίσει το χάρισμα από το πεπρωμένο που άλλοι είχαν γράψει γι’ αυτόν.
Οι ρόλοι που ένιωσα ότι κάποιος με κατάλαβε
Igby Goes Down
Εδώ είναι που για μένα αρχίζει να σχηματίζεται καθαρά η ταυτότητα του ενήλικου Culkin. Η ταινία του έδωσε την πρώτη μεγάλη αναγνώριση, ακόμη και υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα, αλλά το πιο σημαντικό δεν είναι αυτό. Το σημαντικό είναι ότι σε αυτόν τον ρόλο νιώθω να βλέπω ένα παιδί που έχει καταλάβει πάρα πολλά πριν έρθει η ώρα του, ένα παιδί που χρησιμοποιεί το σαρκαστικό του μυαλό σαν άμυνα απέναντι σε έναν κόσμο που του ζητά να προσαρμοστεί σε οικογενειακά και κοινωνικά ψέματα τα οποία εκείνο έχει ήδη διαβάσει. Ο ίδιος ο Culkin έχει πει ότι σε εκείνη τη φάση έπρεπε να ξεμάθει κακές συνήθειες του child acting και να ξαναβρεί πιο γυμνό, πιο αληθινό τρόπο παρουσίασης. Και ίσως γι’ αυτό η ερμηνεία μοιάζει τόσο ζωντανή, επειδή βλέπεις έναν ηθοποιό να γεννιέται ξανά την ίδια στιγμή που παίζει έναν χαρακτήρα που ασφυκτιά μέσα στη δική του γέννηση ως ενήλικου ανθρώπου.
Αυτό που με αγγίζει προσωπικά είναι πως ο Igby δεν ζητά επιείκεια. Δεν παρακαλά τον θεατή να τον αγαπήσει. Επιτίθεται, χλευάζει, υπονομεύει, δοκιμάζει τα όρια των άλλων. Κι όμως πίσω από όλα αυτά νιώθω εκείνη τη γνώριμη αγωνία του ανθρώπου που φοβάται ότι, αν σταματήσει να ειρωνεύεται, θα καταρρεύσει. Αναγνωρίζω σ’ αυτό το μοντέλο ύπαρξης κάτι βαθιά οικείο, το να καταλαβαίνεις περισσότερα απ’ όσα θα ήθελες, να σε περνούν για δύσκολο ή αχάριστο, ενώ εσύ στην πραγματικότητα αμύνεσαι απέναντι σε έναν κόσμο που σε έχει ήδη εξαντλήσει πριν καν αποκτήσεις γλώσσα για να το πεις.
Scott Pilgrim vs. the World
Σε πρώτη ανάγνωση αυτός ο ρόλος μοιάζει η ανάλαφρη παρένθεση, η κωμική απόδειξη του timing του. Για μένα όμως δεν είναι τόσο απλό. Αυτό που κάνει εδώ τόσο καλά είναι να μετατρέπει το χιούμορ σε μορφή ελέγχου του χώρου. Μπαίνει σε μια σκηνή και σχεδόν αμέσως αλλάζει τη θερμοκρασία της, όχι επειδή φωνάζει, αλλά επειδή ξέρει να πετά την ατάκα με τον τρόπο εκείνο που κρατά τους πάντες σε απόσταση μισού βήματος. Τον βλέπω και σκέφτομαι πόσο συχνά το χιούμορ που οι άλλοι ονομάζουν ευκολία είναι στην πραγματικότητα μηχανισμός αυτοπροστασίας.
Αυτό με ακουμπά πολύ, γιατί ξέρω καλά το να συμμετέχεις, να κάνεις τον εύστροφο, να κινείσαι με φαινομενική άνεση, ενώ στην ουσία απλώς προσπαθείς να μην εκτεθείς. Υπάρχουν άνθρωποι που οι άλλοι τούς αντιμετωπίζουν σαν comic relief, σαν μια ευχάριστη παρεμβολή, σαν τον τύπο που θα πει την ατάκα, θα ελαφρύνει το κλίμα και θα προχωρήσει. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά δεν βλέπουν τι κρύβεται πίσω από αυτό. Και ο Culkin, ακριβώς επειδή δεν παίζει το αστείο επιφανειακά, μου δίνει πάντα την αίσθηση ότι ξέρει την πίκρα που πολλές φορές το γεννά.
The Dangerous Lives of Altar Boys
Αν έπρεπε να διαλέξω μια λιγότερο προφανή στάση στη διαδρομή του που όμως φωτίζει πολύ καλά το γιατί συνδέομαι μαζί του, θα πήγαινα εδώ. Είναι μία από εκείνες τις δουλειές στις οποίες διακρίνεται ήδη η έλξη του προς χαρακτήρες με ανησυχία, εσωτερική αταξία και μια δυσκολία να συμβιβαστούν με τους κανόνες που έχουν θεσπίσει άλλοι για λογαριασμό τους. Όχι από απλή επαναστατικότητα, αλλά από ένα αίσθημα ότι η προσαρμογή θα ισοδυναμούσε με προδοσία του εαυτού.
Εκεί είναι που τον νιώθω πολύ κοντά μου. Όχι γιατί οι συνθήκες είναι ίδιες, αλλά γιατί το ψυχικό μοτίβο είναι γνώριμο, η οξύτητα, η ευθραυστότητα που κρύβεται κάτω από ειρωνεία, η αίσθηση πως αν μπεις απόλυτα στη σειρά που σου έχουν ορίσει οι άλλοι, κάτι ζωντανό μέσα σου θα πεθάνει. Και για μένα αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι από τους λόγους που ορισμένες ερμηνείες δεν τις θαυμάζεις απλώς. Τις κουβαλάς.
Succession και Roman Roy
Εδώ πια η σύνδεση γίνεται σχεδόν βίαιη στην καθαρότητά της. Η σειρά τον έκανε ευρύτερα γνωστό, έφτασε να γίνει πολιτισμικό σημείο αναφοράς, του χάρισε Χρυσή Σφαίρα και Emmy, και σύμφωνα με τον ίδιο ήταν το έργο μέσα στο οποίο κατάλαβε για πρώτη φορά ότι αυτό θέλει να κάνει πραγματικά. Ο Jesse Armstrong έχει πει ότι ο Culkin ήταν ο πρώτος άνθρωπος που κάστινγκαρε και ότι η παρουσία του τού έδωσε βεβαιότητα για τον τόνο ολόκληρης της σειράς. Δεν με εκπλήσσει καθόλου. Χωρίς αυτόν, ο Roman θα μπορούσε να είναι απλώς ένα αποκρουστικό πλουσιόπαιδο. Με αυτόν γίνεται κάτι πολύ δυσκολότερο και πολύ μεγαλύτερο, ένας άνθρωπος γεμάτος χυδαιότητα, εξυπνάδα, ανάγκη, ντροπή και παιδικό πανικό που δεν έφυγε ποτέ.
Αυτός είναι ο ρόλος όπου νιώθω πιο έντονα την αναγνώριση. Η ειρωνεία ως άμυνα. Η ανικανότητα για οικειότητα ακριβώς επειδή υπάρχει τεράστια δίψα γι’ αυτήν. Η ανάγκη να κάνεις τους άλλους να γελούν πριν προλάβουν να σε κρίνουν. Το να σε βλέπουν σαν κλόουν, σαν ανεπαρκή, σαν πρόβλημα, ενώ εσύ αντιλαμβάνεσαι πολύ περισσότερα απ’ όσα εκείνοι πιστεύουν. Για μένα ο Roman είναι η πιο ώριμη και πιο οδυνηρή εκδοχή αυτού που ο Culkin έπαιζε σπερματικά σε άλλα έργα, του ανθρώπου που σαμποτάρει τη σύνδεση επειδή δεν αντέχει την πιθανότητα της απόρριψης. Και εκεί κάπου, όσο άβολο κι αν είναι να το παραδεχτεί κανείς, νιώθω ότι δεν βλέπω απλώς έναν καλοδουλεμένο χαρακτήρα. Βλέπω ψυχικούς μηχανισμούς που αναγνωρίζω υπερβολικά καλά.
A Real Pain
Το πιο συγκινητικό για μένα είναι ότι η επόμενη μεγάλη κορυφή του δεν ήρθε ως ασφαλής συνέχεια της τηλεοπτικής του δόξας, αλλά μέσα από μια ταινία μικρότερης κλίμακας, στην οποία οι δύο ξάδελφοι ταξιδεύουν στην Πολωνία για να τιμήσουν τη μνήμη της γιαγιάς τους και να αγγίξουν το οικογενειακό τους παρελθόν. Ο Jesse Eisenberg τον επέλεξε χωρίς οντισιόν, έπειτα και από παρότρυνση της αδελφής του, ενώ λίγο πριν από τα γυρίσματα ο Culkin παραλίγο να αποχωρήσει, κυρίως επειδή δεν άντεχε την ιδέα να είναι τόσο μακριά από την οικογένειά του. Χρειάστηκε μάλιστα η παρέμβαση της Emma Stone, παραγωγού της ταινίας και παλιότερης σχέσης του, για να μπει τελικά στο αεροπλάνο. Το αποτέλεσμα ήταν μια ερμηνεία που σάρωσε τη σεζόν των βραβείων και του χάρισε το Όσκαρ β ανδρικού ρόλου.
Αλλά για μένα το ζήτημα εδώ δεν είναι το αγαλματίδιο. Είναι ότι στον Benji νιώθω για πρώτη φορά να πέφτουν κάποιες από τις άμυνες. Όχι όλες, αυτό θα ήταν ψεύτικο. Αλλά αρκετές ώστε η πληγή να μην κρύβεται μόνο πίσω από το πνεύμα και τη φαρμακερή γοητεία. Ο ίδιος έχει πει ότι αναγνώρισε αμέσως τον άνθρωπο αυτό και ότι ένιωθε πως θα μπορούσε εύκολα να έχει καταλήξει σε ένα τέτοιο μονοπάτι αν δεν είχε βρει κάποιες άγκυρες στη ζωή του. Αυτή η παραδοχή είναι ο λόγος που η ερμηνεία με διαπερνά. Επειδή δεν μοιάζει με παρατήρηση από απόσταση. Μοιάζει με αναμέτρηση με μια πιθανή εκδοχή του εαυτού του. Και όταν ένας ηθοποιός παίζει έτσι, τότε δεν τον θαυμάζεις μόνο. Τον πιστεύεις.
Το κοινό νόημα που ενώνει αυτούς τους ρόλους
Αν έπρεπε να βάλω σε μία φράση τι βλέπω να ενώνει αυτές τις δουλειές, θα έλεγα το εξής, ο Culkin υποδύεται ξανά και ξανά ανθρώπους που μοιάζουν να έχουν μάθει να προηγούνται της πληγής τους. Να γελούν πριν πληγωθούν, να ειρωνεύονται πριν ταπεινωθούν, να απομακρύνονται πριν εγκαταλειφθούν. Κάθε αστείο είναι ένας τρόπος να διατηρήσουν τον έλεγχο. Κάθε προκλητική συμπεριφορά είναι μια προληπτική επίθεση εναντίον του ενδεχομένου να εκτεθούν. Και αυτό, όσο δυσάρεστο κι αν ακούγεται, είναι ένας μηχανισμός που καταλαβαίνω βαθιά.
Δεν είναι ότι παίζει πάντα τον ίδιο άνθρωπο. Το ακριβώς αντίθετο. Παίζει διαφορετικές ηλικίες, διαφορετικές κοινωνικές θέσεις, διαφορετικές τονικότητες του ίδιου βασικού τραύματος. Στον ένα ρόλο το τραύμα ντύνεται με εφηβική οργή. Στον άλλον με κωμικό timing. Στον επόμενο με ταξική ασυδοσία και ανώριμη χυδαιότητα. Και ύστερα, σε πιο ώριμη φάση, με εκείνη τη μελαγχολία του ανθρώπου που έχει επίγνωση ότι δεν είναι εύκολος ούτε για τους άλλους ούτε για τον εαυτό του. Αυτό είναι, νομίζω, και το πιο σπουδαίο στοιχείο του. Δεν ψάχνει να εξαγνίσει τους χαρακτήρες του. Τους αφήνει να είναι ενοχλητικοί, να είναι αντιφατικοί, να είναι καμιά φορά ακόμη και κουραστικοί. Κι όμως βρίσκει μέσα τους τον άνθρωπο.
Εκεί είναι που συναντιέμαι προσωπικά μαζί του. Με αγγίζουν ιστορίες που πατούν στη γη, που έχουν ψυχολογικό βάθος και αληθινή τριβή με την εξουσία, με την οικογένεια, με την κοινωνική θέση, με την αόρατη βία της υποτίμησης. Με ενδιαφέρουν χαρακτήρες που δεν είναι εύκολοι, όχι επειδή το δύσκολο είναι αυτοσκοπός, αλλά επειδή έτσι μοιάζει συνήθως η ζωή όταν τη δεις χωρίς καλλωπισμό. Και οι χαρακτήρες του Culkin, ειδικά αυτοί που με έχουν σημαδέψει, δεν με παρηγορούν εύκολα. Πρώτα με εκθέτουν. Μετά με αναγνωρίζουν. Και μόνο στο τέλος, σχεδόν αθόρυβα, με παρηγορούν.
Ο αντιστάρ που έγινε απαραίτητος
Ένας από τους λόγους που τον θεωρώ τόσο ξεχωριστό είναι ότι δεν μοιάζει να λάτρεψε ποτέ το μηχάνημα της διασημότητας. Μετά το breakthrough του με το Igby, δεν όρμησε να κεφαλαιοποιήσει τη στιγμή, αντιθέτως έκανε πίσω, διάλεξε με προσοχή, πήγε στο θέατρο, προτίμησε συχνά υποστηρικτικούς ή πιο ιδιόρρυθμους ρόλους και κράτησε μια σχέση σχεδόν επιφυλακτική με την ίδια την επιτυχία. Το έχει πει ο ίδιος με τρόπο αποστομωτικό, για χρόνια η επιτυχία σήμαινε να δουλεύει σε πράγματα που αγαπά και δεν τα βλέπει πολύς κόσμος. Αυτός ο τύπος εσωτερικής αντίστασης απέναντι στη βιομηχανία είναι για μένα πολύτιμος, γιατί δείχνει άνθρωπο που δεν συγχέει την αξία με την έκθεση.
Το ίδιο λέει και ο τρόπος που μιλά για την οικογένειά του που έχει φτιάξει με την Jazz Charton. Σε συνεντεύξεις του επανέρχεται συνεχώς στην πατρότητα ως κάτι που τον γειώνει, τον οργανώνει, τον επιστρέφει σε μια εκδοχή του εαυτού του πιο αληθινή από την επαγγελματική εικόνα. Έχει φτάσει να λέει ότι αν κάτι τον εκφράζει περισσότερο, αυτό είναι η ζωή του πατέρα και όχι η δημόσια περσόνα του ηθοποιού. Δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερη απόδειξη ότι πρόκειται για αντιστάρ. Και ίσως γι’ αυτό οι ρόλοι του έχουν τέτοια βαρύτητα, επειδή δεν παίζονται από κάποιον που κυνηγά μια εικόνα μεγαλείου, αλλά από κάποιον που δυσπιστεί απέναντι σε κάθε εύκολο μεγαλείο.
Σε έναν πολιτισμό που αρέσκεται να χειροκροτεί την αυτοπεποίθηση, τη θορυβώδη φιλοδοξία και την επιτυχία ως θέαμα, ο Culkin μου φαίνεται σχεδόν ριζοσπαστικός. Όχι γιατί είναι κραυγαλέα πολιτικός, αλλά γιατί η ίδια του η παρουσία υπερασπίζεται κάτι που θεωρώ βαθιά ανθρώπινο, την ευθραυστότητα χωρίς εξωραϊσμό, τη δυσλειτουργία χωρίς καρικατούρα, το δικαίωμα του ανθρώπου να είναι πληγωμένος χωρίς να παύει να είναι οξυδερκής, αστείος, ενδιαφέρων και εν τέλει άξιος κατανόησης.
Ένα ευχαριστώ που ίσως να μην φτάσει ποτέ
Αν κάποτε είχα την ευκαιρία να τον δω από κοντά, έστω για ένα λεπτό, δεν νομίζω ότι θα ήθελα να του μιλήσω για βραβεία, για καριέρα ή για το πόσο σπουδαία είναι η διαδρομή του. Θα ήθελα απλώς να του πω ευχαριστώ. Γιατί υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως δεν χωράς πουθενά, πως οι άλλοι σε διαβάζουν λάθος, πως σε υποτιμούν, σε αντιμετωπίζουν σαν να είσαι είτε φασαρία είτε πρόβλημα είτε μια γελοία φιγούρα που δεν θα καταφέρει όσα εκείνοι αποφάσισαν ότι πρέπει να καταφέρει. Και τότε ένας ρόλος, μια ματιά, ένας ρυθμός φωνής, ένα αστείο που ακούγεται λίγο πιο πικρό απ’ όσο θα έπρεπε, λειτουργεί σαν βάλσαμο.
Δεν έχω την αυταπάτη ότι ένας ηθοποιός σώζει τη ζωή κανενός. Αλλά πιστεύω βαθιά ότι μπορεί να κάνει κάτι άλλο εξίσου πολύτιμο, να σου δώσει, έστω για λίγο, την αίσθηση ότι δεν είσαι ακατανόητος. Ότι αυτό που κουβαλάς έχει ήδη πάρει κάπου μορφή. Ότι η ειρωνεία σου, η αμηχανία σου, η δυσκολία σου να συνδεθείς, η ανάγκη σου να προλάβεις την ταπείνωση με ένα αστείο, δεν είναι μόνο δικά σου στραβώματα αλλά κομμάτια μιας πολύ πιο ανθρώπινης περιπέτειας.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο που μπορώ να πω για τον Kieran Culkin. Όχι ότι είναι σπουδαίος ηθοποιός, αυτό πια είναι προφανές. Αλλά ότι μέσα από ορισμένους ρόλους του μου έδωσε κάτι σπανιότερο από τον θαυμασμό. Μου έδωσε αναγνώριση. Και για μένα αυτό αξίζει περισσότερο από κάθε αγαλματίδιο.
