Από τη ΒΚ
Παρασκευή. Η μαμά έπεσε. Ύστερα από λίγο με παίρνει τηλέφωνο: «Μπορείς να γυρίσεις τη μικρή (εγγονή) σπίτι; «Πονάει» το πόδι μου». «Μαμά, κάνω καμπύλη ζαχάρου κι έχω ακόμη μία ώρα να κάτσω στο ιατρείο. Να την πάω μετά;» «Δε γίνεται. Ο Γιάννης;» «Μαμά, ο Γιάννης είναι εκτός Θεσσαλονίκης». «Καλά, θα δω τι θα κάνω».
Σάββατο μεσημέρι. Η αδελφή μου φεύγει Χαλκιδική, ο αγαπημένος μου είναι κι εκείνος εκτός πόλης. Η μαμά με διαβεβαιώνει τηλεφωνικά ότι είναι καλύτερα. «Έχω βάλει σπαθόλαθο, δεν πονάω πολύ». Οκ, σκέφτομαι. Για να μην πονάει, μάλλον δεν έχει σπάσει κάτι. Κάποιο διάστρεμμα θα είναι. Από Δευτέρα, θα κάνουμε μια ακτίνα και θα το επιβεβαιώσουμε.
Σάββατο απόγευμα. Πηγαίνω στη μαμά (ευτυχώς μένουμε πολύ κοντά). Καθόμαστε στο σαλόνι και αντικρίζω ένα πόδι σχεδόν μαύρο, περισσότερο εξωγήινο παρά ανθρώπινο. «Μαμά, τι είναι αυτό;» «Σου λέω, έβαλα σπαθόλαδο, είναι καλύτερα σήμερα, πήρα και ένα αναλγητικό, θα περάσει». Τι ωραία που θα ήταν αν όλα έφτιαχναν στη ζωή μας με λίγο σπαθόλαδο, άντε λίγη άρνικα; Ούτε νοσοκομεία, ούτε Άδωνις, ούτε τίποτα…
Σάββατο βράδυ. Βρίσκω ορθοπεδικό «κατ’ οίκον». Ευτυχώς, ζω στη Θεσσαλονίκη! «Η μαμά σας έχει σπάσει κόκκαλα». Όχι κόκκαλο, κόκκαλα. Και από τη μία πλευρά κοντά στον αστράγαλο και από την άλλη. Κόκκαλα. Κόκκαλο κι εγώ. «Χρειάζεται άμεση εγχείρηση αύριο». Πρώτη σκέψη: «Τι λες χρυσέ μου; Ένα λεπτό κλινική εξέταση και θα πληρώσουμε την ανακαίνιση του μπάνιου σου»; Δεύτερη σκέψη: «Κι αν είναι αλήθεια;» Η μαμά «μπατάρει» χρόνια στο περπάτημα, αν και, φυσικά, δεν το παραδέχεται. Βρίσκω φορητό ακτινολογικό μηχάνημα. Ο γιατρός επιβεβαιώνεται 100%. Ό,τι είπε φαινόταν και στις ακτίνες (όχι ότι ξέρω να τις διαβάζω, εκείνος της εξήγησε). Και τώρα; Η αδελφή λείπει, ο καλός μου λείπει, η μαμά κάθεται στον καναπέ με το πόδι ψηλά και με κοιτά με ένα βλέμμα που δεν αναγνωρίζω. Τηλεφωνώ την αδελφή, τηλεφωνώ στον αγαπημένο, προσπαθώντας να πάρουμε μια συλλογική απόφαση. «Μήπως να το σκεφτούμε λίγο ακόμη;» «Μήπως να πάρουμε μια δεύτερη γνώμη από Δευτέρα;» Μήπως; Μήπως; Μήπως; Τελικά, ως μεγάλη κόρη ανακοινώνω στον γιατρό ότι μπαίνουμε την Κυριακή στην κλινική.
Η εγχείρηση κράτησε τρεις ώρες και πήγε ευτυχώς πολύ καλά. Ο γιατρός έβαλε βίδες και η μαμά cyborg θα αναρρώσει, μας λέει. Φεύγουμε την Τρίτη από την κλινική με έναν καθετήρα, μία σακούλα φάρμακα, συν τη σακούλα με τα φάρμακα που ήδη παίρνει η μαμά. Πρώτη εβδομάδα αναλαμβάνει βάρδια η μικρή αδελφή. Άλλωστε η εγγονή, που ήταν μάρτυρας του «πεσίματος» έκλαιγε και ήθελε τη γιαγιά κοντά της…
Μια εβδομάδα μετά, είχαμε την επιχείρηση «μεταφορά μαμάς στο σπίτι της μεγάλης». Δύσκολη αποστολή, αλλά όχι impossible. Η μαμά-cyborg-θεά κατάφερε να ανέβει, χοροπηδώντας τις δέκα σκάλες της εισόδου με την περπατούρα, και με τη βοήθεια των δύο γαμπρών. Μπορεί κάποιοι άνθρωποι να ανεβαίνουν βουνά, να κολυμπούν σε ανοικτές θάλασσες, να τρέχουν μαραθώνιους. Αυτά τα δέκα σκαλιά, ήταν για την 82χρονη μαμά μου το ίδιο απαιτητικά. Και μπράβο της.
Δευτέρα απόγευμα. Το μπάνιο απαγορεύεται, αλλά από τόσες ταινίες και σειρές, ήξερα το περίφημο «sponge bath» (ελληνιστί: πλύσιμο σώματος με σφουγγάρι – θα προτιμήσω τον αγγλικό όρο, πιο σύντομος και πιο «ανώδυνος», εφόσον είναι σε ξένη γλώσσα»). Η γυναίκα πλενόταν με διάφορα υγρά μαντηλάκια, αλλά ήθελα να την κάνω να νιώσει καλύτερα. Είδα τις οδηγίες στο διαδίκτυο, ετοίμασα τα απαραίτητα (λεκάνες με ζεστό νερό, πετσέτες, σφουγγάρι) και της ζήτησα μόνο να κάτσει στο κρεβάτι και να βγάλει τη νυχτικιά της. Είχα την εντύπωση ότι θα νιώσει λίγο άβολα. Είχα να τη δω γυμνή δεκαετίες, ίσως και ποτέ. Η μαμά με εξέπληξε. Έβγαλε τη νυχτικιά χωρίς ίχνος συστολής και εγώ έτριψα μαλακά την πλάτη της με το σφουγγάρι και λίγο από το «καλό» μου αφρόλουτρο. Με το που ένιωσε το νερό στην πλάτη, έβγαλε έναν αναστεναγμό ευχαρίστησης. Με το αφρόλουτρο, πέρασα μαλακά τα χέρια της, το «καλό» το πόδι, το στήθος, την κοιλιά και την ευαίσθητη περιοχή εξωτερικά. Πέρασα μετά μια μαλακή πετσέτα στο ζεστό νεράκι και ξέπλυνα το αφρόλουτρο. Στη συνέχεια, έβαλα από την «ακριβή» την ενυδατική, καθάρισα μουτράκι, έβαλα τις «καλές» τις κρέμες μου, μια νέα νυχτικιά και της υποσχέθηκα ότι μία από τις επόμενες μέρες, θα τη λούσω κιόλας.
Την άφησα να ξεκουραστεί και πήγα στο σαλόνι. Είχα ανατριχιάσει. Είχα δει το κορμί της μαμάς γυμνό, είχα περιποιηθεί το κορμί της μαμάς, είχα φροντίσει ένα σώμα που βρίσκεται στην ένατη δεκαετία της πορείας του. Σαν το δικό μου είναι. Σαν το δικό σου είναι. Έχει χέρια, έχει πλάτη, έχει στήθη, έχει κοιλιά, έχει δέρμα. Και ταυτόχρονα, δεν είναι σαν το δικό μου. Δεν είναι σαν το δικό σου. Βγήκα μέσα από αυτό το κορμί. Μεγάλωσα μέσα σε αυτό κορμί. Με έπλυνε, με ξεσκάτωσε, με καθάρισε, με τάισε, με γιατροπόρεψε αυτό το κορμί. Και τώρα είναι η σειρά μου.
