«Κάθε επιβάτης, κάθε φορά, είναι κι ένα διαφορετικό λεωφορείο». Λεωφορείο, Γιώργος Σκαμπαρδώνης.
To μοναδικό μέσο μεταφοράς της πόλης ως επιβαλλόμενο μονοπώλιο που ορίζει την καθημερινότητα και το πρόγραμμά μας είναι γεμάτο από καθημερινές γλυκόπικρες στιγμές πολύωρης ταλαιπωρίας και κωμικοτραγικές σκηνές που προκαλούν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής μας.
*Στη γραμμή 12, ανέβηκε αφηρημένη βουτηγμένη στις σκέψεις της και προσπαθούσε να παραμερίσει τον κόσμο μπροστά της για να βγάλει εισιτήριο. Εκείνος, Ιταλός, καθόταν σαστισμένος πιο κει, μ’ ένα μικρό χάρτη στο χέρι, καθώς οι επιβάτες τον έσπρωχναν και του τσαλάκωναν τον χάρτη. Την κοίταξε και της χαμογέλασε. Της απευθύνθηκε στα Ιταλικά, εκείνη του απάντησε αμέσως. Καθαρή σύμπτωση που ήταν καθηγήτρια Ιταλικών;
*Στη στάση Αντιγονιδών, βάλθηκε να μετράει το απεγνωσμένο πλήθος. «Μαμά, πως θα χωρέσουμε όλοι στο λεωφορείο;» Τους έβγαζε πάνω από 50. Η μητέρα του, κουρασμένη του υπενθύμιζε να μην της αφήσει το χέρι. Το λεωφορείο που θα έπαιρνε ο μικρός έφτασε με καθυστέρηση 40 λεπτών. Μια βροχερή, κρύα μέρα, οι άνθρωποι της πόλης συνέχιζαν να ταλαιπωρούνται, σπρώχνονταν μεταξύ τους, μάλωναν και ξεχνούσαν τα αυτονόητα. Κάποιες φωνές λογικής ακούγονταν για λίγο και μετά σώπαιναν, «Ήρεμα, θα ποδοπατηθούμε, υπάρχουν και μωρά, υπομονή, θα μπούμε όλοι».
*Στη γραμμή 10, του μιλούσε νευριασμένα στο τηλέφωνο και ταυτόχρονα έβγαζε μηχανικά το μπουφάν της. «Όχι, τι να πειράζει που δεν θα έρθεις τα Χριστούγεννα, καλά να περάσεις». Ξαφνικά ίδρωσε και άνοιξε το παράθυρο ελάχιστα για να μην της παραπονεθούν οι υπόλοιποι.
*Στη γραμμή 31, επιβιβάστηκε από την Εγνατία και χώθηκε σε μια γωνιά. Διπλώθηκε στη μέση και έσφιγγε το βρώμικο παλτό του. Έχωσε το χέρι του στη τσέπη για ψιλά, το έβγαλε άδειο. Από τα ηχεία ακούστηκε «παρακαλώ να επικυρώσετε τα εισιτήριά σας, πραγματοποιούνται συνεχείς έλεγχοι.» Στην επόμενη στάση κατέβηκε.
*Στη γραμμή 17, το νεαρό κορίτσι εξηγούσε στη μητέρα της στο τηλέφωνο τις λεπτομέρειες της συνέντευξης για δουλειά από την οποία πέρασε το πρωί. «Δεν είχα άγχος μαμά, θα δούμε για τα λεφτά.» Έκλεισε το τηλέφωνο και το απενεργοποίησε με δύναμη, το βλέμμα της χάθηκε έξω από το παράθυρο.


