Από την Ισμήνη Δασκαρόλη
Μια Μικρή Μάτια σε μια Μεγάλη Αυτοψία
Σατανικοί Νεοταξίτες και φερέφωνα της woke ατζέντας, τελειώσατε.
Το νέο teaser του ‘ΚΟΚΟΡΑ’ συνδυάζει την χαρακτηριστική πρώτη γεύση μίας νέας ταινίας, με μία ευρεία ακτινογραφία της διαδικτυακής τοξικότητας. Ή αλλιώς, πως ένα οικογενειακό στιγμιότυπο μπορεί να χτυπήσει την ευαίσθητη πέτσα της ελληνικής κοινωνίας, πριν καν κυκλοφορήσει.
Το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που επικρατεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι καλά κατοχυρωμένο, εντός και εκτός των συνόρων μας. Από τον Trump στον Putin, από τον Μητσοτάκη στον Τσίπρα και από την Ariana Grande στον Μαζωνάκη, το πινγκ-πογκ των μέσα – έξω γκράφιτι του Brexit που έφτασαν μέχρι και τους αθηναϊκούς αστικούς μας τοίχους, αποτελεί την καθημερινότητα του πρωινού μας καφέ. Συχνά ψυχαγωγικά, άλλοτε καθόλου.
Σε αυτό το κλίμα λοιπόν, έκανε πρόσφατα την εμφάνιση του το teaser του ‘Κόκορα’, της νέας ταινίας του Τάσου Γερακίνη (Ένας Ήσυχος Άνθρωπος), λίγο πριν κάνει την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Με την ανάρτηση του, το απόσπασμα συγκέντρωσε με επιτυχία πάνω από 130.000 προβολές στα ΜΚΔ (Facebook / Instagram), αλλά αυτό που ξεχωρίζει δεν είναι οι αριθμοί. Είναι το είδος των αντιδράσεων.
Το επίμαχο teaser (σε νέο link) :
Τι είδαμε: Το απόσπασμα παρουσιάζει μία σκηνή, με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, Πόπη και Αργύρη, (Κόρα Καρβούνη – Νίκος Κασάπης), καθώς διαφωνούν για τις παρέες του παιδιού τους. Παρά το καθημερινό ύφος της σκηνής, ο καταιγισμός των σχολίων είναι χαρακτηριστικός του ψηφιακού λέγειν. Με απαντήσεις και αλληλοκατηγορίες, πυροδοτείται η μάχη του πληκτρολογίου και το πεδίο μεταμορφώνεται στο γνωστό γαλατικό χωριό, για όποιον έχει όρεξη και διαθέσιμα ποπ – κορν. Το σκηνικό δε, αποκτά ενδιαφέρον όταν τα σχόλια σταδιακά αποκαλύπτουν τρεις πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες σχολιαστών, που θέτουν τα άτυπα όρια του άναρχου διαδικτυακού μας τοπίου.
1. Οι άντρες που θίγονται όταν μια γυναίκα… μιλάει
Η σκηνή δείχνει μια σύζυγο που απαντάει στον άντρα της με έντονο τρόπο — μια, θα έλεγε κανείς, απολύτως συνηθισμένη εικόνα για όποιον έχει ζήσει σε ελληνικό σπίτι.
Ωστόσο, στα σχόλια, ένα μέρος των χρηστών αντιμετωπίζει αυτή την αλληλεπίδραση ως προσωπική προσβολή. Όχι προς την ταινία, αλλά προς τον ανδρισμό των ίδιων.
Το μοτίβο είναι σταθερό:
• «Μιλάει έτσι η γυναίκα στον άντρα;»
• «Και αυτός κάθεται;»
Η ενόχληση δεν αφορά τόσο το περιεχόμενο της σκηνής, όσο το ότι ο άντρας δεν αντιδρά “όπως πρέπει.” Σε μια κοινωνία όπου η ανδρική ταυτότητα συχνά έχει συνδεθεί με την επιβολή, το να βλέπεις έναν άντρα να δέχεται μια παρατήρηση, έστω χιουμοριστικά, φαίνεται να λειτουργεί σαν απειλή.
2. Η χρήση της λέξης “φασίστας” με την κυριολεκτική της έννοια
Στο teaser, η Πόπη, απαντάει αυθόρμητα σε ένα ρατσιστικό σχόλιο του Αργύρη:
«Φασίστας είσαι;»
Στην προκειμένη, η πυροδοτούμενη αντίδραση δεν προκύπτει από διαφωνία με τον χαρακτηρισμό, αλλά από ενόχληση που ο όρος χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική του σημασία: Ως περιγραφή μιας ρατσιστικής στάσης.
Για ένα κομμάτι της ελληνικής δημόσιας σφαίρας, ο όρος “φασίστας” φαίνεται να έχει μετατραπεί σχεδόν σε ταυτότητα με πολιτική προστασία, που καθιστά τη προσωπική προσβολή να προκύπτει όχι επειδή σχολιαστές θεωρούν τον εαυτό τους δημοκράτη, αλλά επειδή ο χαρακτηρισμός φανερώνει κάτι που προτιμούν να μένει αόρατο.
3. Η επίμαχη σκηνή ως απόδειξη «πολιτισμικής επίθεσης»
Η τρίτη ομάδα είναι η πιο σταθερή:
Εκείνοι που βλέπουν στο teaser κάποιο «μήνυμα», «σχέδιο» ή και «προσπάθεια αλλοίωσης της ηθικής».
Σε αυτούς, μια απλή σκηνή οικογενειακού καβγά διαβάζεται πάντα ως σύμπτωμα:
– του «πολέμου κατά του Έλληνα άντρα»,
– της «νεοταξίτικης ατζέντας»,
– της «αφανούς προπαγάνδας»
Με χαρακτηριστικό, όχι την ιδεολογία, αλλά τη προβολή: Ό,τι προβάλλεται στην οθόνη, αποτελεί βαρόμετρο της επίθεσης στην καθιερωμένη ταυτότητα του θεατή.
Τι σημαίνουν αυτές οι τρεις κατηγορίες αντιδράσεων;
Πέραν των πλέον κοινότυπων επικρίσεων περί των τοπικών μας παθογενειών, το να παίρνεις θέση στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, αποτελεί παρά χρέος απέναντι σε όποιο ιδεώδες κουβαλάς και αντίστοιχα, το να απέχεις από την δημόσια τοποθέτηση, αποτελεί ισόβαρο χρέος απέναντι στη ψυχική σου υγεία. Τα ΜΚΔ, όμως, όπως και η Πνύκα των Αθηνών κάποτε, θρέφονται από τον λόγο και ακόμα περισσότερο από τον αντίλογο (ευτυχώς εν απουσία του εκάστοτε εκτοξευόμενου κρεμμυδιού).
Κανείς μπορεί εύκολα να συμπεράνει ότι η απαρχή της δημοκρατίας πυροδοτήθηκε από το “ποιος είσαι εσύ, που θα μου πεις εμένα…” Και φτάνουμε λοιπόν στις πλατφόρμες όπου ο σχολιασμός αποτελεί βάλσαμο και δηλητήριο του προσωπικού και κοινωνικό- πολιτικού μας τοπίου.
Εν προκειμένω, το εντυπωσιακό δεν είναι ότι υπήρξαν επιθετικά σχόλια. Αυτό είναι αναμενόμενο στο ελληνικό ίντερνετ. Το ενδιαφέρον είναι η σύμπτωση των θεμάτων που ενόχλησαν:
• Η αμφισβήτηση της «παραδοσιακής» ανδρικής υπεροχής,
• Ο χαρακτηρισμός μιας ρατσιστικής αντίληψης ως φασιστικής,
• Ο φόβος ότι η πραγματικότητα δεν μοιάζει με την εικόνα που θέλουμε να έχουμε γι’ αυτήν.
Αυτά τα τρία δεν είναι τυχαία.
Αποτελούν τα βασικά συστατικά μίας τοπικής μικρο-τοξικότητας: Εκείνης που δεν εκφράζεται με μεγάλα πολιτικά λόγια, αλλά με καθημερινές συμπεριφορές, φράσεις και νοοτροπίες που όλοι αναγνωρίζουμε.
View this post on Instagram
Ένα συμπέρασμα
Μήπως τελικά ισχύει η κλασική ρήση σε ό,τι αφορά την κοινωνική πρόκληση, πως η βία είναι αντιμετωπίσιμη, το χιούμορ όμως όχι;
Δεν υπάρχει χρόνος στον ιστότοπο για το “πως, γιατί, επειδή.” Η σκηνή, το teaser, η στιγμή αρκεί. Η μεγάλη επέμβαση του διαδικτύου στην ανθρώπινη σκέψη, είναι η απουσία χρόνου και άρα λόγου (με την έννοια της αιτίας καταρχάς και – κατόπιν πνευματικού κορεσμού – με την έννοια της έκφρασης). Φυσικά κανένας από τους σχολιαστές δεν έχει δει ακόμα την ταινία εφόσον προσμένεται η κυκλοφορία της στους κινηματογράφους.
Το θέμα της ταινίας; Οι κωμικό – τραγικές προσπάθειες ενός μικροαστού πατέρα, για να καταφέρει το παιδί του να πάει στο καλύτερο σχολείο της χώρας και να γίνει “κάποιος.” Το λες και λίγο τραγι-ειρωνικό υπό τα φαινόμενα.
Το αρνητικό όπως και το θετικό σχόλιο είναι θεμιτό και σημαντικό. Αρκεί να έχει σχέση με το προκείμενο. Όταν δεν έχει σχέση, μήπως αποτελεί έναν δείκτη κοινωνικού εμμονισμού που ταΐζεται από την αλγοριθμική τριβή της πλατφόρμας; Υπάρχει πάντα η ανάγκη για συμμετοχή, για προφορική επέμβαση εκεί που νιώθουμε ότι αδυνατεί η πρακτική. Κοινώς το θάψιμο μπορεί να μεταφραστεί μεταξύ άλλων και ως την απέλπιδα προσπάθεια μιας κοινωνίας ή του ατόμου να ανακτήσει μια αίσθηση ελέγχου, που δεν την έχει στη ζωή του.
Το σινεμά λειτουργεί ως αλφάδι στο πόσο λεπτή είναι η κοινωνική μας “πέτσα” στο να αντέχει τσιμπήματα. Μεγάλο έγκλημα μεν, το να μην ανήκει ένα έργο στο εξεζητημένο arthouse που ούτως ή άλλος αφορά τους ήδη “καμένους” κουλτουριάρηδες που δεν μας αφορούν, αλλά το να προκύπτει από κι να απευθύνεται, στο γενικό κοινό. Κοινώς όταν προκαλείται μία έκρηξη μόνο από άγγιγμα, υποδηλώνει ίσως κάτι περισσότερο από απωθημένο, αλλά τραύμα.
Χωρίς να το επιδιώξει,’ο Κόκορας,’ μία, θα έλεγε κανείς, αρκετά προσιτή, οικογενειακή τραγικωμωδία, πριν κυκλοφορήσει, έκανε κάτι αξιοσημείωτο: Με την καθημερινή οικογενειακή και τοπική του στιχομυθία, έπιασε την καρδιά μιας συζήτησης που αποφεύγουμε χρόνια.
Τα σχόλια δικά σας.

