Στη στήλη ”Πώς Έγραψα το Πρώτο μου Βιβλίο”, ζητώ από Έλληνες συγγραφείς να μου περιγράψουν τις αναμνήσεις τους για το πρώτο τους έργο, το βιβλίο που τους άλλαξε τη ζωή – και τους έκανε συγγραφείς. Σήμερα καλεσμένη μου, η Βασιλική Π. Χρυσοστομίδου.
Πώς έγραψα τα “Σπασμένα Τσιγάρα”
Ξεκίνησα να γράφω συστηματικά το 2014 με αφορμή τα μαθήματα δημιουργικής γραφής που παρακολούθησα στον Ιανό με δάσκαλο τον συγγραφέα Χρήστο Οικονόμου. Στράφηκα στη συγγραφή διηγημάτων γιατί το διήγημα, η μικρή φόρμα, έγινε από νωρίς το λογοτεχνικό είδος που προτιμώ και με εκφράζει. Ο λόγος; Στο σπίτι μου υπήρχαν ελάχιστα βιβλία. Aνάμεσά τους θυμάμαι τις δυο ορφανές, την Τζέιν Έϊρ και τις 15 ιστορίες φιλίας. Ενώ είχα πλαντάξει από τις δύο ορφανές, ο πατέρας μου αγόρασε από έναν φοιτητή μια εγκυκλοπαίδεια που περιελάμβανε τη σειρά Αριστουργήματα της παγκοσμίου λογοτεχνίας, αλλά και την Ανθολογία ελληνικού ποιήματος, διηγήματος, δοκιμίου και άρθρου. Έτσι, ρίχτηκα στα διηγήματα προσπαθώντας να ξεδιαλύνω νοήματα και καταστάσεις από τις ιστορίες που με τρόμαζαν και με γοήτευαν ταυτόχρονα. Μια εμπειρία δέους και επανάληψης περιτρέχοντας τις σελίδες των μικρών τόμων με το βυσσινί εξώφυλλο και τα χρυσά γράμματα, ξανά και ξανά, τσαλαβουτώντας σε καταστάσεις, σχέσεις και εποχές που ήταν αδύνατον να καταλάβω πλήρως. Ένας νάνος ζωγράφος απαθανατίζει μια πανέμορφη πόρνη, η άσχημη και μοναχική Κλάρα ονειρεύεται έναν φονιά, οι τρεις γερασμένες «γοργόνες» μοιράζονται για τις λιγοστές εξόδους τους την ίδια μενεξελιά φορεσιά που τους απέμεινε από την προίκα τους. Αργότερα, όταν είδα τυπωμένες τις δικές μου ιστορίες, κατάλαβα ότι γράφουμε χρησιμοποιώντας τα τρίμματα από τα ψίχουλα των παιδικών και νεανικών μας αναγνωσμάτων που έχουν τρυπώσει στη φόδρα της σχολικής μας τσάντας.
Είναι πρόκληση για μένα η ολοκληρωμένη αφήγηση μιας ιστορίας σε μικρή έκταση, προκαλώντας στον αναγνώστη όλα τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα και ενεργοποιώντας στο μέγιστο τη φαντασία του. Ο αναγνώστης γίνεται συνδημιουργός αφού ζωγραφίζει τις δικές του εικόνες για τα πρόσωπα και τα τοπία, τα οποία περιγράφονται αδρά με ελάχιστα έντονα διακριτά χαρακτηριστικά αλλά και συμμέτοχος ψηλαφώντας τις αλήθειες που κρύβουμε πίσω από τους υπαινιγμούς μας.
Τα «Σπασμένα τσιγάρα» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Γράφτηκε σε δυο δόσεις, μέσα σε μια πραγματική θύελλα, μια κοσμογονία της προσωπικής μου ζωής. Είχα κατά νου ότι οι θεματικοί πυρήνες της αφήγησης αφορούν τα προαιώνιους άλυτους κόμπους του νήματος της ανθρώπινης ζωής. Η απώλεια, ο έρωτας, η πλάνη, η απληστία, η εξουσία, η μοναξιά. Ο τρόπος που θα προσεγγίσει ο κάθε συγγραφέας αυτές τις ανοιχτές πληγές, το πώς, με ποιόν ιδιαίτερο τρόπο θα τις διαχειριστεί, είναι το φλέγον ζήτημα της συγγραφής και η δική μου μεγάλη αγωνία. Πρώτο μέλημα, οι ήρωες των διηγημάτων να πλάθονται μέσα από τις ανάγκες της αφήγησης με πρώτες ύλες αντανακλάσεις, ψήγματα και θραύσματα της πραγματικότητας, αλλά με κύριο σώμα τη μυθοπλασία. Οι ήρωες που δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με μια τάση εκμετάλλευσης, αλλά με σεβασμό και περίσκεψη, σαν να είναι ζωντανοί. Αν δεν ζωντανέψουν στο μυαλό μας και στην καρδιά μας, πώς θα καταφέρουν να συνεπάρουν τον αναγνώστη; Οι ήρωες θρέφονται και τρανεύουν μέσα από την αφήγηση, αλλάζουν γνώμη, διαφοροποιούνται, βαριούνται ή σταματούν πεισματικά να δρουν γιατί χρειάζονται χρόνο και σκέψη.

Τα έξι πρώτα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο γράφτηκαν από το τέλος του 2014 ως τα μέσα του 2015. Οι σπουδές μου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Νεότερης Ιστορίας στο Πάντειο και κατόπιν η αρρώστια και ο θάνατος του άντρα μου διέκοψαν τη ροή της συγγραφής στο χαρτί, όχι όμως και στο μυαλό μου, όπου εξακολουθούσαν να πλέκονται συνομωσίες ανολοκλήρωτων ιστοριών, να ξεπροβάλλουν νέα πρόσωπα που αιωρούνταν γαντζωμένα σε αραιά πλέγματα αδύναμων υποθέσεων. Τακτικοί και επίμονοι επισκέπτες ο Αχιλλέας, η Ζωή, η Μάγδα, η Στέφκα και όλοι οι άλλοι ήρωες που είχα πλάσει και ζητούσαν να βγουν έξω στην αληθινή ζωή, να συναπαντηθούν με άλλους ανθρώπους να αναμετρηθούν μαζί τους, να ζυγιάσουν τις αλήθειες τους.

Η ζωή μου ήταν δύσκολη καθώς προσπαθούσα να βρω τα πατήματά μου, να στηρίξω τα παιδιά μου, να κρατηθώ στη ζωή. Αρχικά με έζωνε ο φόβος του θανάτου από πείνα – έτσι ακριβώς αντιμετώπιζα την απώλεια του Σταύρου. Είχα κυριαρχηθεί από τον πανικό, ότι θα ήταν αδύνατον να επιβιώσω χωρίς εκείνον. Γρήγορα κατάλαβα ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι. Μπροστά μου απλωνόταν ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά , αλλά τα φαγητά αυτά δεν είχαν καμία γεύση. Δεν θα πέθαινα από πείνα, λοιπόν. Έπρεπε μόνη μου να αλατίσω αυτό το άνοστο φαγητό για να μπορέσω να ζήσω , όχι απλά να επιζήσω. Το αλάτι της ζωής είναι η δημιουργία. Ξανάρχισα να γράφω. Τον Μάιο του 2018 έκανα επανεκκίνηση παρακολουθώντας έναν δεύτερο κύκλο μαθημάτων δημιουργικής γραφής στον Ιανό, όπου παρατήρησα ότι η γραφή μου είχε μεστώσει και σταδιακά ξανάρχισα να γίνομαι παραγωγική. Από τη νέα αυτή εφόρμηση στο πεδίο των μαχών της αφήγησης, ξεπήδησαν νέοι ήρωες, ο Κοσμάς ο εναερίτης, το paperboy, o Ντίνος ο θαυματοποιός και ο Ιάκωβος με τα σπασμένα του τσιγάρα, ένας αρκούδος και μια νεράιδα με γαλάζια βλέφαρα που διαφημίζουν ζαχαρωτά σε σούπερ μάρκετ και άλλοι πολλοί. Το καλοκαίρι του 2018 πήρα την απόφαση κι έστειλα στις εκδόσεις Κέδρος δέκα από τα διηγήματά μου. Ήμουν τυχερή γιατί τα βρήκαν αξιόλογα και προχωρήσαμε στην έκδοση των «Σπασμένων τσιγάρων», που κυκλοφόρησαν αμέσως μετά την καραντίνα και συγκεκριμένα , στις 15 Μαΐου του 2020.
Αναπόσπαστα μέρη του βιβλίου είναι η φωτογραφία εξωφύλλου του Γιάννη Δράκου με τις δύο κατακόκκινες βρεγμένες καρέκλες και μότο της Έφης Καλογεροπούλου «όταν αρπάξει φωτιά η κλωστή που σε κρατάει θα μάθεις αν η ζωή σου έχει οξυγόνο» από την ποιητική της συλλογή «Χάρτης ναυαγίων», που προϊδεάζουν τον αναγνώστη για τη φυσιογνωμία των ιστοριών που θα συναντήσουν.

