Σε ένα πείραμα της εκπομπής ABC Secret Science, βρέφη τοποθετήθηκαν σε δωμάτιο με μη δηλητηριώδη φίδια, προκειμένου να εξεταστεί αν ο φόβος είναι έμφυτος. Παραδόξως, δεν έδειξαν σχεδόν κανέναν φόβο· πολλά μάλιστα φάνηκαν περίεργα και τα πλησίαζαν με ενδιαφέρον.
Η οφιδιοφοβία (ophidiophobia), δηλαδή ο φόβος για τα φίδια, συγκαταλέγεται στις συχνότερα αναφερόμενες φοβίες. Υπολογίζεται ότι περίπου το ένα τρίτο των ενηλίκων δηλώνει ότι φοβάται τα φίδια, ωστόσο τα περιστατικά που θεωρούνται κλινικά σημαντικά αφορούν ένα πολύ μικρότερο ποσοστό, περίπου 3–4% του πληθυσμού.
Έρευνες στην ψυχολογία των συναισθημάτων έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι αναπτύσσουν πιο εύκολα φόβο για ερεθίσματα που θεωρούνται εξελικτικά «απειλητικά», όπως τα φίδια και οι αράχνες, σε σύγκριση με ουδέτερα αντικείμενα. Σε πειραματικές συνθήκες, αρκούσε μία μόνο αρνητική σύνδεση για να δημιουργηθεί αντίδραση φόβου απέναντι σε φίδια, ενώ για άλλα αντικείμενα απαιτούνταν επαναλαμβανόμενες συσχετίσεις – και ακόμη κι έτσι ο φόβος δεν είχε την ίδια διάρκεια.
Αντίστοιχα ευρήματα έχουν καταγραφεί και σε μελέτες με πιθήκους rhesus: όσα ζώα είχαν μεγαλώσει σε εργαστηριακό περιβάλλον δεν έδειχναν αυθόρμητο φόβο απέναντι σε ένα ψεύτικο φίδι. Ωστόσο, όταν παρακολουθούσαν βίντεο με άλλον πίθηκο να αντιδρά τρομαγμένος, ανέπτυσσαν σταθερή φοβική αντίδραση. Το ίδιο αποτέλεσμα δεν παρατηρήθηκε με ουδέτερα αντικείμενα, όπως ένα λουλούδι.
Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να έχει βιολογική προδιάθεση να αναγνωρίζει τα φίδια ως δυνητική απειλή, όμως ο έντονος, επίμονος φόβος φαίνεται να διαμορφώνεται κυρίως μέσα από τη μάθηση και την εμπειρία όπως φαίνεται και από το παραπάνω πείραμα.
