σε

Υπάρχουν ξεχασμένα βιβλία στα ράφια της ελληνικής κουίρ λογοτεχνίας;

Η περίπτωση του συγγραφέα Αλέξη Αρβανιτάκη

Photomix image

Του Πέτρου Κουτρουμπίλα

Η λογοτεχνία συνδέεται με το ονειροπόλο, το φαντασιακό, το υπερβατικό. Οι πιο φανατικοί αναγνώστες εξάρουν τη δυνατότητα που προσφέρουν τα βιβλία στο κάθε άτομο «να βλέπει μία ταινία μέσα από τη δική του ματιά». Είναι, όμως, η λογοτεχνία μόνο μια σπουδαία τέχνη διήγησης ιστοριών; Για τα κουίρ άτομα, η λογοτεχνία, πέρα από τέρψη, έχει αποτελέσει διαχρονικά ένα καταφύγιο, μια πρώτη επαφή και εξοικείωση με την σεξουαλικότητά τους, μία ταύτιση και επιβεβαίωση των επιθυμιών, των αγωνιών και ενίοτε ακόμη και των φόβων τους. Όπως είδαμε και απολαύσαμε φέτος στην παράσταση του εθνικού θεάτρου «Η κληρονομία μας», η κουίρ λογοτεχνία συνιστά κληρονομιά της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και ένα ιδιότυπο χρονικό της πολύχρωμης ιστορίας της. Υπάρχουν, λοιπόν, κενά ή ασυνέχειες στο χρονολόγιο της ελληνικής κουίρ λογοτεχνίας;

Μεταξύ των βιβλιόφιλων είναι κοινή ομολογία η συναισθηματική ονείρωξη της ανεύρεσης εξαντλημένων βιβλίων σε κάποιο υπόγειο παλαιοβιβλιοπωλείο ή σε μια αγγελία στο διαδίκτυο. Αναζητώντας κουίρ λογοτεχνία για την εκπλήρωση ενός κοκτέιλ των προαναφερθέντων επιθυμιών και αναγκών, έπεσα πάνω σε δύο βιβλία που δεν θύμιζαν τίποτα σε εμένα ούτε και σε κανένα οικείο μου πρόσωπο. Ήταν δύο ελληνικά βιβλία κουίρ λογοτεχνίας από τον ίδιο συγγραφέα. Αλέξης Αρβανιτάκης, το όνομά του. Οι τίτλοι τους καθόλου δηλωτικοί, ακριβώς όπως μ’αρέσουν: Μόνα Λίζα το πρώτο, Απογευματινό φως το δεύτερο. Μια πρόχειρη αναζήτησή μου στο διαδίκτυο δεν μου προσέφερε περαιτέρω πληροφορίες. Δεν δίστασα, όμως, αγόρασα τα βιβλία χωρίς πολλά πολλά. Κάπως έτσι απέκτησα δύο κρυφά διαμάντια που πλέον στολίζουν περήφανα τη βιβλιοθήκη μου.

Η Μόνα Λίζα (εκδόσεις Άμαξα) εκδόθηκε το 1985 με τον συγγραφέα σε ηλικία μόλις είκοσι τεσσάρων ετών, κάτι που είναι εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς την ωριμότητα της συγγραφικής πένας αλλά και την τολμηρότητα του λόγου και του περιεχομένου του βιβλίου σε μια εποχή όπου η έκδοση κουίρ περιεχομένου με ονοματεπώνυμο συνιστά ιδιαίτερα τολμηρή πολιτική πράξη. Η Μόνα Λίζα συνθέτει ένα συναρπαστικό ψηφιδωτό ονειρικών εικόνων, ομοερωτικής επιθυμίας, άκρατου αισθησιασμού και υφέρποντος μυστηρίου. Οι χαρακτήρες της διαμορφώνουν ένα φάσμα κουίρ αναπαραστάσεων, από στρατιώτες που ερωτεύονται μέσα στα λουτρά του στρατοπέδου μέχρι τρανς υποκείμενα που θέλγουν και θέλγονται μέσα σε μια αναπολογητική δίνη πάθους. Η γραφή φλερτάρει ανά σημεία με μια φανταχτερή επιτήδευση αλλά εναρμονίζεται με το πλαίσιο των συχνά ονειρικών διαστάσεων της αφήγησης. Ακροβατώντας ανάμεσα στην ονειροφαντασία, τον ερωτισμό και την διερεύνηση ενός θανάτου, η Μόνα Λίζα καταφέρνει ό,τι και ο πίνακας του Ντα Βίντσι∙ σαγηνεύει τη ματιά, παγιδεύει το μυαλό και εδραιώνεται στη μνήμη ως ένα μυστήριο για το οποίο αναρωτιέσαι αν ποτέ πραγματικά βρήκες τη λύση.

Στο μεταγενέστερο Απογευματινό Φως (εκδόσεις Κέδρος) του 1998, η πλοκή ακολουθεί τη σχέση δύο αντρών όπου η επιθυμία συγκρούεται σιωπηρά με τη δέσμευση. Με φόντο την νυχτερινή ζωή των 90s, οι δυο τους εναλλάσσουν ερωτικούς συντρόφους, δίχως την ίδια συχνότητα ή ζήλο. Η γραφή εδώ είναι λιγότερο λυρική σε σχέση με τη Μόνα Λίζα, μα διόλου λιγότερο συναρπαστική. Το σεξ κυριαρχεί σε σημαντικό κομμάτι του βιβλίου, με την αξιοποίησή του αφηγηματικά ίσως να μπορεί να θεωρηθεί σε σημεία έως και υπερβολική. Παρόλα αυτά, οι συνευρέσεις της μιας βραδιάς ξεφεύγουν από τη σάρκα, φωτίζουν τους κλυδωνισμούς εντός των ηρώων και διεισδύουν σε κάτι πιο γλαφυρό και εσωτερικό. Το Απογευματινό Φως είναι ένα τρυφερό γράμμα στις δυσκολίες και τις συμβάσεις των ανθρώπινων σχέσεων μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι συνεχώς ανακαλύπτουν τους εαυτούς τους και τις ανάγκες τους. Με τη μαεστρία του συγγραφέα να δημιουργεί κινηματογραφικά ενσταντανέ που ξεπερνούν όμως τη ρηχή και συμβατική εμμονή με την οπτική ικανοποίηση, πλάθει μια ιστορία που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο κανένα ακόμα κι αν τα βιώματά του δεν πλησιάζουν υποχρεωτικά αυτά των πρωταγωνιστών.

Δυστυχώς, δεν εντοπίζονται πιο πρόσφατα έργα του συγγραφέα. Κλείνοντας, σχεδόν αναπόφευκτα οι ιστορίες αγγίζουν και μερικές από τις πλέον τραυματικές εμπειρίες που καταγράφει η ιστορία της κοινότητας. Παρόλο που καταγράφει ανθρώπινες ιστορίες εστιασμένες στα συναισθήματα, τον έρωτα και το πάθος, η σκιά του άγρυπνου ματιού της σφοδρά ομοφοβικής και ετεροκανονικής Ελλάδας δεν μπορεί να παραγραφεί. Η θητεία ενός κουίρ αγοριού στον ελληνικό στρατού τη δεκαετία του 80 στη Μόνα Λίζα, η πανδημία του HIV στη δεκαετία του 90 στο Απογευματινό Φως. Σε μια περίοδο όπου πολλές αναπαραστάσεις παρουσιάζουν την λεγόμενη και ως κουίρ ουτοπία, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μερικά αποσπάσματα των βιβλίων ίσως δυσκολέψουν μερικούς αναγνώστες. Προσωπικά, δεν θεωρώ διόλου προβληματικό να μην βλέπουμε μονάχα ιστορίες ΛΟΑΤΚΙ+ ουτοπιών, οι οποίες ομολογουμένως δεν ανταποκρίνονται σε μεγάλο τμήμα του φάσματος της κουίρ ζωής. Η επαφή με το τραύμα μέσω της τέχνης μπορεί να είναι επώδυνη όσο και επουλωτική. Η Μόνα Λίζα και το Απογευματινό Φως είναι περήφανα απομνημονεύματα της κληρονομίας μας και, αν τα συναντήσετε, αφήστε τα να σας διηγηθούν ανεξίτηλες ιστορίες για την ταυτότητα, τον έρωτα και την επιθυμία.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια