σε ,

Πήγα στο κατάστημα με ελληνικά προϊόντα στην Αστόρια. Πρώτος στόχος μου: Κάνε μια Χωριάτικη Σαλάτα.

Ένας Αμερικανός συγγραφέας που μένει και διδάσκει στη Θεσσαλονίκη έγραψε στα Ελληνικά το πρώτο του δοκίμιο

O Steven Tagle δεν αγαπούσε τα λαχανικά και τις σαλάτες - μέχρι που ήρθε στην Ελλάδα

O Steven Tagle είναι Αμερικανός συγγραφέας που μένει και διδάσκει στη Θεσσαλονίκη. Ήρθε στην Ελλάδα με Υποτροφία «Fulbright» για να γράψει ένα βιβλίο για την ελληνική μυθολογία, την οικονομική κρίση, και τους πρόσφυγες. Αποφοίτησε με ενα MFA από το Πανεπιστήμιο της Μασσαχουσέττης οπού πήρε το Harvey Swados (Βραβείο Μυθιστόρηματος) και το Deborah Slosberg. Ο ίδιος γράφει για το Los Angeles Review of Books, το New Delta Review, το Spork, και το The Rumpus. Το καλοκαίρι θα είναι στο Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου.

Αυτό είναι το πρώτο του δοκίμιο στα ελληνικά, με τίτλο

Χωριάτικη Σαλάτα

Για πολλά χρόνια, από όταν ήμουν παιδί, απέφευγα τα λαχανικά. Αρνιόμουν τα πράσινα ή τα άφηνα στον μικρό σωρό στην άκρη του πιάτου, και ξεχώριζα τα ψιλοκομμένα καρότα και τον αρακά από το τηγανητό ρύζι. Τα φαγητά στο πιάτο μου ήταν όλα το ίδιο χρώμα, πολλές φορές καφέ, μερικές φορές κίτρινο ή άσπρο. Πολλοί άνθρωποι προσπάθησαν να με ταΐσουν με λαχανικά. Όταν ήμουν μικρός, η γιαγιά μου τηγάνιζε το σπανάκι σε παχύ μείγμα αυγών και μου το σέρβιρε σαν μπισκότα. Σαν έφηβοι, η καλύτερη μου φίλη έκλαιγε στο τραπέζι με τους άλλους φίλους μας για να με κάνει να νιώσω άβολα έτσι ώστε να φάω τα λαχανικά και δεν σταματούσε μέχρι να φάω ένα κομμάτι μπρόκολο. Και όταν επισκέφτηκα τη φάρμα της καθηγήτριας μου αφού αποφοίτησα απ’ το πανεπιστήμιο, η σύζυγός της με υποδέχθηκε βάζοντας ένα ντοματίνι μέσα στο στόμα μου.

“Κανένας δεν μου είπε τίποτα! Αλλά θα ζήσεις” γέλασε.

Για να σας πω την αλήθεια, δεν με πείραζαν τα λαχανικά τόσο πολύ. Οπωσδήποτε προτιμούσα το κρέας, αλλά καθώς μεγάλωνα και τα γλυκά φαίνονταν όλο και πιο γλυκά, προσπαθούσα να φάω περισσότερα φρούτα και ψάρια. Και αν το αγόρι μου έφερνε ένα πακέτο σπανάκι, θα το έτρωγα μαζί του, και αν μου έλεγε ότι θα έφερνε ένα άλλο, δεν θα έλεγα, “Σταμάτα καλέ!”. Και αν πήγαινα στο αγαπημένο μου εστιατόριο στο Λος Άντζελες, θα παράγγελνα ένα μπολ με σοταρισμένο καφέ ρύζι, καρότα, ντομάτες, μπρόκολο, κολοκύθι, και ένα αυγό ποσέ. Δεν μου άρεσαν τα λαχανικά εξαιτίας των γεύσεων, ήταν εξαιτίας των αρχών μου – ο χειρότερος λόγος, οι φίλοι μου είπαν.

Οι Έλληνες τους οποίους συνάντησα τον προηγούμενο χρόνο δέχθηκαν την εκκεντρικότητα μου γιατί νόμιζαν ότι δεν είχα φάει ποτέ πραγματικά λαχανικά.

“Μια ντομάτα από την Αμερική δεν είναι ντομάτα,” μου είπαν. “Δεν έχει καθόλου γεύση!”

Όμως, μένοντας στην Ελλάδα γνώρισα πολλά πιάτα με λαχανικά. Η κλασική Χωριάτικη Σαλάτα (“Σου αρέσει γιατί οι ντομάτες είναι περισσότερο φρούτα από τα άλλα λαχανικά,” ο φίλος μου είπε), η σπανακόπιτα την οποία η δασκάλα Ελληνικών μου έμαθε να φτιάχνω στο σπίτι της, οι κολοκυθοκεφτέδες, δημοφιλείς στη Θεσσαλονίκη την Άνοιξη, και τα χόρτα απ’ τη Κρήτη τα οποία οι χωρικοί μάζευαν και έτρωγαν στα δύσκολα χρόνια.

Όταν γύρισα στην Αμερική, στην τελευταία επίσκεψη της γιατρού μου, αυτή μου είπε ότι το επίπεδο χοληστερόλης ήταν λίγο ψηλό. Νομίζω ότι περίμενα όλο αυτό το χρόνο για ένα σημάδι ότι πρέπει να αλλάξω τη ζωή μου. Θυμάμαι όλα τα πιάτα λαχανικών που έφαγα στην Ελλάδα και πήγα στο ειδικό κατάστημα με ελληνικά προϊόντα στην Αστόρια. Πρώτος στόχος μου: Κάνε μια Χωριάτικη Σαλάτα.

Βρήκα ελαιόλαδο απ’ την Καλαμάτα, κριθαρένια παξιμάδια απ’ την Κρήτη, και φέτα Θεσσαλίας. (Προσπάθησα να αγοράσω φέτα Βουλγαρίας, αλλά “Πώς μπορείς να κάνεις Χωριάτικη Σαλάτα με φέτα Βουλγαρίας;” φώναξε ο Έλληνας κρεοπώλης.) Πώς μου αρέσει να ακούω τους ανθρώπους που μιλούν Ελληνικά στην γειτονιά μου! Και στην αγορά λαχανικών, στέκοντας μέσα στα ζωντανά χρώματα, ένιωσα εντελώς ανήμπορος. Δεν ήξερα την διαφορά του κολοκυθιού απ’ του αγγουριού ή του πικάντικου πιπεριού από αυτού που δεν είναι πικάντικο. Ευτυχώς, ένας μεγάλος Έλληνας απ’ την Πύλο με βοήθησε να διαλέξω αυτά και τέσσερις απ’ τις τέλειες κόκκινες και ώριμες ντομάτες.

Στην κουζίνα, σαν έκοβα τις ντομάτες και το αγγούρι, αφαιρώντας τους σπόρους με ένα κουτάλι (ευχαριστώ, YouTube!) και προσθέτοντας την ρίγανη την οποία μου έδωσαν φίλοι από ένα χωριό στην Μακεδονία, σκέφτηκα πώς τα συστατικά που συγκεντρώθηκαν μπροστά μου έφεραν μυρωδιά και γεύσεις απ’ όλη την Ελλάδα. Και αν τα ανακάτευα όπως ένας μάγος ανακατεύει ένα καζάνι, ίσως για μία σύντομη στιγμή, η σαλάτα μου μπορούσε να με γυρίσει στην πατρίδα της καρδιάς μου.

Τα πράγματα που τρώμε είναι μαγικά: σαν αλχημεία, σε μια στιγμή αισθησιακής ευχαρίστησης, διαλύονται μέσα μας, γίνονται μέρος μας αμετάτρεπτα. Η Περσεφόνη τρώει έναν σπόρο ροδιού ο οποίος τη δεσμεύει στον Άδη για πάντα. Ο αφηγητής του Προυστ δοκιμάζει ένα μικρό κομμάτι madeleine βυθισμένο σε τσάι και το παρελθόν του πλημμυρίζει πίσω. Αν πριν δεν έτρωγα τα λαχανικά για λόγους αρχών, τώρα τα τρώω για λόγους επιθυμίας, όχι ακόμα εξαιτίας ποιου ήμουν αλλά εξαιτίας ποιου θα ήθελα να είμαι. Το τι τρώμε μας ριζώνει στα μέρη και στις εκδόσεις του εαυτού μας. Έτσι ακολουθώ τις εντολές της γιατρού, τρώγοντας τη μία σαλάτα μετά την άλλη, ελπίζοντας ότι η καινούργια μου αγάπη των λαχανικών, ριζωμένη στην Ελλάδα, θα με βοηθήσει να βρω τον δρόμο για το σπίτι.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

31 points
Upvote Downvote

Total votes: 43

Upvotes: 37

Upvotes percentage: 86.046512%

Downvotes: 6

Downvotes percentage: 13.953488%

Αφήστε μια απάντηση