σε , ,

Κάτι για την προσβλητική συνέντευξη ψυχιάτρου στο ελληνικό ραδιόφωνο

Τουλάχιστον ας μην παραβλέπουμε και ας μην προσβάλλουμε τον πόνο ή το πένθος των άλλων

Από μια αναγνώστρια

Αγαπητέ Άρη,

Φαίνεται πως η επικοινωνία παραμένει ένας παράγοντας τεράστιας και πολυεπίπεδης σημασίας, αλλά και πολύ δύσκολος ενίοτε. Πολύ συχνά αποτυγχάνουμε να αυτοπαρατηρηθούμε στο πλαίσιό της, ώστε να συνειδητοποιήσουμε πως ενδέχεται και εμείς οι ίδιοι να υιοθετούμε απόψεις ή συμπεριφορές που τις καταγγέλλουμε (με ειλικρίνεια, δεν αντιλέγω) ως δυσάρεστες ή και βαθιά εσφαλμένες.

Έτυχε να βρω μπροστά μου ένα βίντεο με τη συνέντευξη ενός ψυχιάτρου-ψυχοθεραπευτή σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό, κυρίως περί χρήσης μάσκας στα σχολεία, λόγω κορωνοϊού. Δεν γνωρίζω εάν σε σας είναι γνώριμα τα ονόματα σταθμού και γιατρού (αντιστοίχως, Focus FM και Ιωάννης Αυγουστάτος) – εγώ έτυχε να μην τους έχω ακουστά, οπότε δεν διαθέτω πρότερη γνώση ή εμπειρία ώστε να μπορώ να τις μοιραστώ μαζί σου.

Άρη, εσύ «τα παίρνεις»; (τα λεφτά)

Αφού ο ραδιοφωνικός παραγωγός / δημοσιογράφος (εκ)δηλώσει χαρά για το ότι βρίσκει ανταπόκριση η προσπάθεια του σταθμού να δίνει βήμα «σε επιστήμονες, σε ανθρώπους οι οποίοι έχουνε την επιστημονική κατάρτιση κι έχουνε και μία, εκφράζουν μια διαφορετική άποψη, μία πιο … αντισυστημική άποψη», ο κ. Αυγουστάτος εκφράζει κι εκείνος τη χαρά που του γεννάται όταν βρίσκει, ελάχιστους έστω, δημοσιογράφους που «τολμούν να είναι αντικειμενικοί στη δουλειά τους». Ο συνεντευξιάζων ομολογεί πως έπρεπε να είναι περισσότεροι οι τέτοιοι είδους δημοσιογράφοι, και ο προσκεκλημένος σπεύδει να καθορίσει ευθαρσώς το αίτιο της αντικειμενικότητας του ραδιοφωνικού οικοδεσπότη του: «Εσείς φαίνεται δεν πήρατε, εεε, χρηματοδότηση, γι’ αυτό». Και ο οικοδεσπότης άμεσα επιβεβαιώνει: «Ναι, είναι κι αυτό … η χρηματοδότηση, σωστά. Είναι κι η χρηματοδότηση»

(Άρα, όσοι δημοσιογράφοι/παραγωγοί/εκδότες δεν προωθούν τις απόψεις που πρεσβεύει ο κ. Αυγουστάτος έχουν λάβει χρηματοδότηση;)

Πάσχει η Ιταλία από έλλειψη ασθενών;

Κάπου στο 4:48, από τα χείλη τού ψυχιάτρου (άρα πρωτίστως ιατρού – ψυχίατρος δίχως πτυχίο Ιατρικής δεν γίνεται, έτσι δεν είναι;) ακούγονται τα εξής: «Και θα σας πω και κάτι που είναι, τελείως, γελοίο ας πούμε, ότι στην Ιταλία, που υποτίθεται ότι είχαν τόσα κρούσματα, κάνανε κάποια [sic] δοκιμές, αλλά μετά σταματήσανε γιατί ΔΕ ΒΡΙΣΚΑΝΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ να τους κάνουνε δοκιμές – και τώρα μιλάμε για δεύτερο και τρίτο κύμα [ενν. της πανδημίας] – και στείλανε να κάνουνε τις δοκιμές στη Νότιο Αμερική. Άρα … μας κοροϊδεύουνε πατόκορφα ότι υπάρχει δεύτερο κύμα – δεν υπάρχει κανένα κύμα».

(Εδώ στενοχωρήθηκα πάρα πολύ. Είναι θλιβερό όταν, προκειμένου να υψώσουμε το δικό μας διανοητικό ή ψυχολογικό οικοδόμημα, καταλήγουμε σε περιφρόνηση ή διαστροφή τής πραγματικότητας – ειδικά όταν αυτή είναι σκληρή και χτυπάει την πόρτα ‘των άλλων’. Πόσο δύσκολο είναι να κατανοήσουμε ότι οι κουβέντες για ‘ψεύτικους ασθενείς’ και ‘ψεύτικους θανάτους’ και τα συναφή είναι κάτι το βαθιά ασεβές, προσβλητικό και άστοργο; Όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για την ίδια μας την ανθρώπινη υπόσταση και προσωπικότητα.)

Ησυχία το καλοκαίρι, ταμπούρλα χειραγώγησης το φθινόπωρο;

Έτσι, λοιπόν, κατά τον κ. Αυγουστάτο «το καλοκαίρι το περάσαμε ήσυχα», αλλά από την 1η Αυγούστου «αρχίσαν να βαράν τα ταμπούρλα τού πολέμου, για να κρατήσουνε τον κόσμο πειθήνιο και να τον οδηγήσουνε στον εμβολιασμό – εγώ ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΑΛΛΗ ΕΞΗΓΗΣΗ». Ο κ. Αυγουστάτος εξηγεί (;) το σκεπτικό του ως εξής: Εφόσον γνωρίζουμε πια πολύ περισσότερα για τον ιό από όσα γνωρίζαμε τον Φεβρουάριο, μπορούμε για την περίθαλψη να χρησιμοποιήσουμε ήδη γνωστά μέσα (υπάρχοντα αντιπηκτικά, αντιφλεγμονώδη, αντισώματα κ.λπ.). Άρα, γιατί τόση φασαρία; Μα, προφανώς, για να κάνουμε ντε και σώνει το εμβόλιο. Επίσης, ο ιός μεταλλάσσεται, οπότε, πού να τρέχεις να κάνεις ένα εμβόλιο που δεν θα σου προσφέρει χρόνια ανοσία…
(Αναρωτιέμαι αν, υπό αυτό το πρίσμα, οποιοδήποτε επαναληπτικό εμβόλιο θα πρέπει να απορριφθεί/καταργηθεί ως άχρηστο.)

Θα ατροφήσει ο παιδικός εγκέφαλος;
Όταν αναπνέεις με μάσκα, μολύνεις τον εαυτό σου;

Ο συνεντευξιαζόμενος θεωρεί την όλη κατάσταση προβληματική, καθώς, παρότι δεν θέλει να μπει σε συνωμοσιολογικά πεδία, όπως δηλώνει (6:18), «όλα αυτά που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας» ο ίδιος τα βρίσκει «ανεξήγητα, παράλογα και αντιεπιστημονικά». Αφού προβάλει ως δικαίωση της περί μάσκας άποψής του τις αντιφάσεις σε σχετικά λεγόμενα των κυρίων Σύψα και λοιπών ‘επισήμων’ ιατρικών λειτουργών, υπερτονίζει με ανησυχία τις αρνητικές επιπτώσεις που πιστεύει πως θα έχει η χρήση της μάσκας στις ψυχές, στην υγεία (το παιδί «θα αναπνέει τα χνώτα του, μπορεί να μολυνθεί, μπορεί να γίνει ευάλωτο σε άλλες λοιμώξεις») και στους εγκεφάλους των παιδιών: ένα κομμάτι τού παιδικού εγκεφάλου, που έχει σχέση με τη συμπεριφορά, θα ατροφήσει εάν τα παιδιά βρεθούν σε περιβάλλον όπου φοριούνται μάσκες, επειδή θα τους λείψει η μη-λεκτική επικοινωνία («η μιμική τού προσώπου»). Επικαλείται και Ιταλό ειδήμονα, χωρίς να τον κατονομάζει, και κάποιο σχετικό βιντεάκι στο YouTube (πάλι δεν δίνονται στοιχεία αναφοράς). Εν γένει, θεωρεί την επιβολή τής μάσκας στα σχολεία ως επιβολή τρομοκρατίας και πίεσης, «για αυτά που θα ακολουθήσουν στην πορεία».

Γιατροί επίορκοι και γιατροί φιμωμένοι από το κράτος;

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου (περί το 11:17) για το τι μήνυμα θα απηύθυνε, αν μπορούσε, ο κ. Αυγουστάτος «στην Επιτροπή» (βλ. Τσιόδρα, Μαγιορκίνη, Σύψα), ο συνεντευξιαζόμενος απαντά πως θα τους προέτρεπε «να βάλουν το χέρι στην καρδιά και να κοιτάξουν τη συνείδησή τους και να υπολογίσουνε το μεγάλο κακό που προκαλούνε στο έθνος, στην Ελλάδα, στους ανθρώπους, στην οικονομία, στην ψυχολογία. Δηλαδή, μέσα τους εγώ πιστεύω ότι το ξέρουν, παίζουνε το ρόλο τους, αλλά δεν είναι αυτός σωστός ρόλος. Εγώ δεν μιλάω για εκδικητικότητα, δεν μιλάω να στήσουμε δικαστήρια, δεν μιλάω τίποτα – μιλάω, έστω κι αργά, να μπορούν να βρουν το θάρρος να αποστασιοποιηθούν. Κι επιτέλους, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ;;;» (δηλαδή, οι γιατροί που θα έβγαιναν για να πουν πράγματα σαν αυτά που υποστηρίζει ο ίδιος). Πολλοί άλλοι γιατροί, λοιπόν, παρότι ξέρουν «την αλήθεια», «κωφαίνουν ή κάνουν τους σιωπηλούς, για να μην εκτεθούν». Όμως, ο κ. Αυγουστάτος και οι ομοϊδεάτες συνάδελφοί του – «μια μερίδα, μια πρωτοβουλία γιατρών, που το οργανώνουν αυτό» (συνέδριο που ετοιμάζει η “Κίνηση Φως Σε Δράση”, όπου ανήκει, αν έχω καταλάβει σωστά) – μένουν πιστοί στον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη, επειδή «δεν μπορούν να δέχονται το ψέμα για αλήθεια».

Ο δημοσιογράφος εξανίσταται για τη χειραγώγηση που υπάρχει στους Έλληνες γιατρούς, και ο προσκεκλημένος του καταγγέλλει ότι βγήκε εγκύκλιος που απαγορεύει να μιλούν στον Τύπο οι νοσοκομειακοί γιατροί της χώρας: «το ξέρετε αυτό, έχει γίνει νόμος, τους τιμωρούνε, τους απολύουνε» – συνεπώς, οι γιατροί έχουν φιμωθεί, θέλουν μα δεν μπορούν να μιλήσουν… Με τη σειρά του ο δημοσιογράφος καταγγέλλει πως είχε φιλοξενήσει στην εκπομπή του έναν «γιατρό, μέλος τού Διοικητικού Συμβουλίου τού Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών», ο οποίος «τα είπε έτσι» τη μία ημέρα, και την επόμενη έβγαλε μόνος του βίντεο, «που, προφανώς, κάποιος τον είπε να βγάλει μόνος του – “Ε βέβαια” [σχολιάζει ο κ. Αυγουστάτος] – και τα γύρισε, εκατό τα εκατό. Εκατό τα εκατό». Ο εξ Αθηνών γιατρός, που «τα γύρισε», δεν κατονομάζεται. Ο συνεντευξιαζόμενος σχολιάζει: «Αυτά είναι τραγικά. Αυτά είναι τραγικά. Αλλά αυτή τη στιγμή πρέπει να σταθούμε με το μέρος τού λαού και όχι με το μέρος των συμφερόντων».

Δίλημμα στα σχολεία και πρόταση για συλλογικές αντιδράσεις

Ο δημοσιογράφος θέτει στον προσκεκλημένο του το ερώτημα που λέει πως του υποβάλλουν οι γονείς: Τι να κάνουν; Να στείλουν τα παιδιά στο σχολείο ή όχι; Ο κ. Αυγουστάτος διατυπώνει την πεποίθηση πως πρόκειται για «ΤΕΡΑΣΤΙΟ δίλημμα», τόσο για τους γονείς, όσο και για τους εκπαιδευτικούς. Γιατί, και ο δάσκαλος, τι να επιλέξει; Να κοιτάζει τα παιδιά, «μη χαλαρώσουν τη μάσκα», ή το μάθημα; Πρόκειται για «αλαλούμ». Τι προτείνει, λοιπόν, ο κ. Αυγουστάτος; «Θα πρέπει ό,τι γίνει, να γίνει συνασπισμένα και να γίνει ομαδικά, ούτως ώστε να μην την πληρώσει ένα παιδάκι – κινδυνεύσει, δηλαδή, να το αποβάλουνε ή να το απομονώσουνε. Αν μία, δηλαδή, ένας σύλλογος γονέων αποφασίσει σε μια τάξη να παιδιά να μη φοράνε μάσκα, νομίζω ότι αυτό θα είναι μια καλή κίνηση».
(Δεν νομίζω ότι η καλλιέργεια διχασμού και αντιδραστικότητας συνιστά «καλή κίνηση» – ούτε τα παιδιά μπορεί να ωφελούνται από αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα, και μάλιστα από τόσο θεμελιώδεις για αυτά παράγοντες, όπως οι γονείς και οι δάσκαλοι.)

Σκέψεις

Κάποιες σκέψεις για τα λεχθέντα τής συνέντευξης αυτής τις παραλείπω ως υπερβολικά αναμενόμενες.

Δέχομαι ότι ο κ. Αυγουστάτος όντως επιθυμεί, όπως λέει, να καθίσουν «σε ένα τραπέζι» με τους υπεύθυνους του ΕΟΔΥ, για να υπάρξει ένας διάλογος που θα δώσει, κατά τον ίδιο, «σωστή ενημέρωση στον κόσμο». Ούτε και αμφισβητώ πως όντως δυσαρεστείται ο ραδιοφωνικός οικοδεσπότης αισθανόμενος πως ανήκει σε μια μερίδα ανθρώπων που, επειδή τολμούν να εκφράζουν τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες τους, οι άλλοι τους χαρακτηρίζουν «συνωμοσιολόγους και ψεκασμένους και ανόητους». Συμπληρώνει με αγανακτισμένη πικρία: «Δηλαδή, πόσο, πόσο άδικο είναι, γιατρέ, να χαρακτηρίζει κάποιος τον άλλο γονιό επικίνδυνο;»

Ειλικρινά, θέλω να κρατήσω το στοιχείο της επιθυμίας για διάλογο. Ωστόσο, όταν θιγόμαστε επειδή θεωρούμε πως οι γύρω μάς αντιμετωπίζουν με προκατάληψη, π.χ. εκ των προτέρων ως «ψεκασμένους», μήπως αξίζει να σκεφτούμε ότι αποτελεί αντίστοιχο ‘φάουλ’ το να προδικάζουμε ως «χρηματοδοτούμενους» ή επίορκους όσους δεν συμφωνούν με τις ιδέες μας; Όσο για το τελικό ερώτημα του δημοσιογράφου προς τον γιατρό, λυπάμαι βαθιά που το λέω, αλλά ναι: υπάρχουν και γονείς επικίνδυνοι – πρόκειται για μια δυσάρεστη πλην υπαρκτή πραγματικότητα, ασχέτως κορωνοϊού.

Για να έχει νόημα ένας διάλογος, ιδίως για σπουδαία ζητήματα, θα πρέπει και ο λόγος και ο αντίλογος να διατηρούν σύνδεση με την πραγματικότητα και τη λογική. Όλοι μας είμαστε όντα ατελή – κανείς δεν μπορεί να κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Και αν στο κυνήγι τής αλήθειας, της υγείας, της ευτυχίας, δυσκολευόμαστε (όχι πάντα αδικαιολόγητα) να αφουγκραστούμε τις απόψεις των συνανθρώπων μας, τουλάχιστον ας μην παραβλέπουμε και ας μην προσβάλλουμε τον πόνο τους ή το πένθος τους.

Όσα ζω στην πόλη-φάντασμα της πανδημίας: Γράμμα ενός Ελληνο-Ιταλού από το Μπέργκαμο

«Να δουν όλοι τι γίνεται!»: Νοσοκομείο στο Μπέργκαμο άφησε τις κάμερες να καταγράψουν την τραγωδία

Ακολουθήστε τα Μικροπραγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε