σε ,

231 πιάτα (από την σπανιότερη και πληρέστερη συλλογή της χώρας) αφηγούνται την Ιστορία της Ελλάδας

Η Λόλα Νταϊφά μας μιλά για την ιστορία της συλλογής της, με αφορμή την κυκλοφορία βιβλίου που βασίστηκε σ’ αυτήν

Ούτε ένα, ούτε δυο, ούτε τρία αλλά διακόσια τριανταένα πιάτα, τα οποία αφηγούνται την ιστορία της Ελλάδας, παρουσιάζονται στο βιβλίο της Κατερίνας Κορρέ-Ζωγράφου με τίτλο «231 Πιάτα Αφηγούνται την Ιστορία της Ελλάδας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ. Η πολύ σημαντική αυτή συλλογή ανήκει στη Λόλα Νταϊφά τη σιδηρά κυρία των δημοσίων σχέσεων η οποία αυτήν τη φορά μας συστήνεται από τη θέση του παθιασμένου συλλέκτη.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρουσιάζεται η σπανιότερη και πληρέστερη συλλογή πιάτων, που υπάρχει σε δημόσια και ιδιωτική συλλογή. Πιάτα τα οποία κατασκευάζονταν κατά κύριο λόγο στη Σύρο και για αυτό έχουν γίνει γνωστά ως Συριανά και χρονολογούνται από το 1863 μέχρι και το 1973. Με αφορμή την παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου στην Θεσσαλονίκη (τη Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου στις 19.00, στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Θεσσαλονίκης) συνομιλήσαμε με την κυρία Λόλα Νταϊφά.

– Η πρώτη απορία που μου δημιουργήθηκε ήταν γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο και όχι ένα άλλο γύρω από τις δημόσιες σχέσεις και τα τηλεοπτικά πλατό;

Θα σας πω! Πράγματι τόσα χρόνια στην τηλεόραση, από τότε που ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση, έχω ζήσει πολλά και δόξα το θεό θυμάμαι ακόμα περισσότερα. Όμως αν έγραφα να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο θα έπρεπε κάποιος να μου εξασφαλίσει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή είτε αυτό ήταν στα Καλαμπάκος ή στη Βολιβία. Διαφορετικά δε θα ήταν ειλικρινές το βιβλίο. Εγώ θα έγραφα αλήθειες, ε και πολλές φορές οι αλήθειες πονάνε.

– Οπότε πάμε στο «231 Πιάτα Αφηγούνται την Ιστορία της Ελλάδας»…

Είμαι πολύ ευχαριστημένη γι’ αυτό το βιβλίο και θεωρώ ότι είναι η δικαίωση του συλλέκτη διότι μάζευα αυτά τα πιάτα από φοιτήτρια. Είναι πιάτα που και μόνο να ξεφυλλίσει κανείς το βιβλίο έχει την αίσθηση ότι περνάει η ιστορία 110 χρόνων της Ελλάδα από τα μάτια του.

Και τα 231 πιάτα είναι πιάτα της χαράς. Πιάτα που κυκλοφόρησαν όταν ιδρύθηκε το Ελληνικό κράτος και τα οποία κάθε φορά που κυκλοφορούσαν, το έκαναν για μια χαρούμενη επέτειο ή για μια ιστορική: «Όπως είναι τα πιάτα που δείχνουν την Ελλάδα να ενώνεται με τη Θεσσαλία και την Ήπειρο ή τα πιάτα με τον Βενιζέλο, τις νίκες του βασιλιά Κωνσταντίνου του πρώτου στην Θεσσαλονίκη και αλλού» μας λέει η ίδια. «Χαράς και περηφάνιας γιατί γυρίζουν στον Παλαιολόγο, στο Βυζάντιο, στον Μέγα Αλέξανδρο, στην Αθηνά. Επομένως χαίρομαι που έχει φτάσει σ’ αυτό το σημείο η συλλογή. Μάλιστα τώρα που οργανώνει η Βουλή μια έκθεση για τον Ελληνικό Διαφωτισμό, πήρανε από έμενα πέντε πιάτα που είχαν πάνω τον Ρήγα Φεραίο».

Στην εικονογράφηση των μοναδικών αυτών πιάτων παρουσιάζονται πρόσωπα και γεγονότα, που σφράγισαν την ιστορία της χώρας μας από τους αρχαίους χρόνους έως τη σύγχρονη Ελλάδα. Ο αναγνώστης αυτής της προσεγμένης, συλλεκτικής έκδοσης θα αναγνωρίσει τον Λόρδο Βύρωνα, τον Ρήγα Φεραίο, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, τον Σπύρο Λούη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Γεώργιο Α,’ τον Κωνσταντίνο Β κ.α. 

– Ξεχωρίζετε κάποια ιστορία πίσω από την απόκτηση ενός πιάτου στη συλλογή σας;

Κάθε πιάτο είχε τη δική του αγωνία και ιστορία. Πολλές φορές και μικροτραυματισμούς και απογοητεύσεις αλλά και πολλές χαρές. Αρκεί να σας πω όταν γιόρταζα και μου έφερναν αυτό το δώρο που όλες οι γυναίκες θα ήθελαν σε μικρό κουτάκι έλεγα «εντάξει, ευχαριστώ» αν όμως μου έφερναν δώρο τυλιγμένο σε παλιά εφημερίδα καταλάβαινα ότι ήταν από το Μοναστηράκι ή οποιοδήποτε παλιατζίδικο και η χαρά μου ήταν τεράστια. Αλλά πραγματικά κάθε πιάτο είχε τη δική του ιστορία γι’ αυτό και μέσα στο βιβλίο έχω περίπου 25 ιστορίες, τις πιο βασικές, που η κάθε μια τους είναι ξεχωριστή που διηγούμαι ιστορίες. Το κεφάλαιο λέγεται «Πιάτα με ιστορία και ιστορίες για πιάτα» όπου διηγούμαι διάφορα εκεί.

– Τη συλλογή σας την ξεκινήσατε όταν ήσασταν φοιτήτρια. Περίεργο χόμπι για κάποιον νέο που σπουδάζει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δε νομίζετε; 

Ξέρετε είναι και η εποχή. Δεν ήμασταν την ίδια περίοδο φοιτητές. Εγώ όταν ήμουν φοιτήτρια ήταν τότε που γκρεμιζόταν η Ελλάδα. Έβλεπες στην Αθήνα να πέφτουν νεοκλασικά κτίρια, έβλεπες να έρχονται από την επαρχία ωραίες εικόνες και να τις έχουν αλλάξει για κάποια στρας για κάποια καθρεφτάκια και διαβάζοντας τη Φιλοσοφική και πόσο περήφανη ήμουν σαν Ελληνίδα μ’ αυτούς τους προγόνους και τα επιτεύγματα και τη γλώσσα που πάνω της χτίστηκαν οι άλλες γλώσσες της Ευρώπης. Ήθελα λοιπόν να κάνω κάτι και εγώ γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά εγώ δεν είχα λεφτά ούτε να κρατήσω διατηρητέα, ούτε να νομοθετήσω, ούτε να σώσω κάτι πολύ σπουδαίο. Έτσι λοιπόν αυτό που μπόρεσα να κάνω είναι να σώσω κάποια ακροκέραμα που έχω μια συλλογή και είναι η εξωτερική πλευρά του σπιτιού και τα πιάτα που είναι η εσωτερική μεριά ενός αμιγώς ελληνικού σπιτιού.

– Σας ακούμε να μιλάτε με πάθος για τα πιάτα της συλλογής σας…

Προφανώς. Τα αγαπάω και τα αντιμετωπίζω σαν ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας. Ξέρεται τα συγκεκριμένα πιάτα ήτανε καθημερινής χρήσης, δεν ήταν πιάτα που τα είχαν σε κάποιο μπούφε οι νοικοκυραίοι και τα έβγαζαν μόνο όταν είχαν επισκέψεις. Γι’ αυτό δεν είναι από κανένα σπουδαίο υλικό φτιαγμένα. Αλλά έχουν όλα την ιστορία τους. Να σας πω και κάτι.  Παλιά οι μαμάδες έλεγαν «Φάε γρήγορα την σούπα σου για να δεις τον Κολοκοτρώνη», γιατί το πιάτο είχε αποτυπωμένο τον Κολοκωτρώνη. Οφείλω να αναφέρω ότι η ιστορία των πιάτων αυτών γράφτηκε από την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και λαογράφο, Κατερίνα Ζωγράφου Κορρέ γιατί ήθελα εκτός από τις προσωπικές αναμνήσεις ή όποιες γνώσεις κατείχα ήθελα να έχει και την επιστημονική σφραγίδα του ειδικού

Η κυρία Λόλα Νταϊφά θα «κλείσει» το ταξίδι της παρουσίασης του βιβλίου στην Θεσσαλονίκη και απ’ ό,τι μας εξηγεί υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.

«Έπρεπε να είναι η Θεσσαλονίκη. Το είχα σχεδιάσει από την αρχή. Δηλαδή το ξεκίνημα έγινε στην Αθήνα και το κλείσιμο, η ολοκλήρωση της παρουσίασης του βιβλίου ήθελα να είναι η Θεσσαλονίκη. Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη και συγκίνηση σ’ αυτήν την πόλη, ειδικά τις τελευταίες ημέρες. Έχω μάλιστα ένα πιάτο που το έχει φτιάξει ένας Θεσσαλονικιός ο Αβριμίδης που γράφει «Πίστη, Ελπίς, Αγάπη» και είναι ένα πιάτο πολύ σημαντικό για εμένα γιατί κάποια στιγμή είχα αρρωστήσει σοβαρά και βέβαια όταν αρρωσταίνεις έχεις μόνο την υγεία, δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτα άλλο, πόσο μάλλον συλλογές. Όταν όμως έγινα καλά, το πρώτο πράγμα που με σιγούρεψε ότι ήμουν όντως καλά και ξαναγύρισα σ’ αυτά που αγαπάω ήταν να αγοράσω ένα πιάτο. Έτυχε να ήταν το συγκεκριμένο. Που έχει αποτυπωμένη μια άγκυρα, ένα σταυρό και λουλούδια.

Αξίζει να αναφερθεί ότι τα έσοδα από την πώληση του βιβλίου προσφέρονται στον Σύλλογο Φίλων Παιδιών με Καρκίνο ΕΛΠΙΔΑ. Ρωτήσαμε την κυρία Νταϊφά και γι’ αυτήν της την απόφαση.

«Αυτό ήθελα να κάνω γιατί δεν ήθελα να πει κανείς ότι έχω κάποιο σκοπό κερδοσκοπικό. Όχι! Εγώ ήθελα αυτό το βιβλίο να αποτυπώσει μια Ελλάδα που φεύγει. Ταυτόχρονα το έργο που γίνεται στην ΕΛΠΙΔΑ είναι τεράστιο, η ευαισθησία μας θεωρώ ότι πρέπει να είναι μεγάλη για τα παιδιά και επιπλέον αυτός ήταν ένας λόγος για να δεχτώ όλες τις προτάσεις που μου έγιναν για να παρουσιάσω το βιβλίο στους τόσους πολύ όμορφους χώρους της Ελλάδας».

Τον Οκτώβριο του 1989 η κυρία Λόλα Νταϊφά είχε ξεκινήσει και ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της ζωής της, αναλαμβάνοντας τις δημόσιες σχέσεις του νεοσύστατου τότε τηλεοπτικού σταθμού ΑΝΤ1. Ήταν η πρώτη που δημιούργησε γραφείο δημοσίων σχέσεων σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό ενώ αργότερα ίδρυσε και τη σχολή δημοσίων σχέσεων του σταθμού που διηύθυνε για χρόνια.

– Πως βλέπετε σήμερα την τηλεόραση; Πόσο εκτός πορείας βρίσκεται;

Κοιτάξτε να δείτε, η τηλεόραση είναι ένας αντικατοπτρισμός της χώρας μας. Πτωχένουμε σαν λαός, πτωχαίνει και η παραγωγή στην τηλεόραση, δεν μπορούμε να κάνουμε μεγάλες παραγωγές γιατί δεν υπάρχουν χρήματα. Τώρα θα μου πείτε «ναι αλλά γίνονται πράγματα στην Ελλάδα αλλά η τηλεόραση δεν τα παρακολουθεί», η τηλεόραση όμως για να τα παρακολουθήσει χρειάζεται συνεργεία και τα συνεργεία είναι εργαζόμενοι που πρέπει να πληρωθούν και όχι να κοροϊδεύονται. Θέλω να πω λοιπόν ότι έχει μια συνάρτηση με την όλη κατάσταση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη χώρα μας.

– Πόσο διαφορετική είναι από τότε που ξεκινήσατε να δουλεύετε εσείς γι’ αυτήν;

Πολύ. Τότε ήταν ο ενθουσιασμός για το καινούργιο που έρχεται και βεβαίως με τον ανταγωνισμό για το Mega o οποίος ήταν σωτήριος και για τα δυο μεγάλα κανάλια τότε διότι πάντα ο υγιής ανταγωνισμός βγαίνει σε καλό. Μιλώ για τον ανταγωνισμό στο επίπεδο το δημιουργικό και όχι τον ιδιοκτητών. Όλοι θέλαμε να κάνουμε κάτι καλύτερο, ο ένας να ξεπεράσει τον άλλον. Κάποτε λέγανε το είπε το ραδιόφωνο και ήτανε θέσφατο, τώρα άλλαξε και αυτό το πήρε η τηλεόραση. Είναι τρόπος ζωής η τηλεόραση, δεν έχει βγει κάτι άλλο που μπορείς να πεις ότι την υποσκέλισε. Ναι βεβαίως τα social media είναι πολύ δυνατά αλλά η τηλεόραση παραμένει το μέσο που σε κουράζει, σε εξοργίζει, σου δίνει αφορμή για συζήτηση, αλλά πάντως είναι μέσα στη ζωή.

– Μας αναφέρατε το Mega. Δε θα μπορούσαμε να μην ρωτήσουμε για το κλείσιμο του.

Είναι ντροπή για την Ελληνική πραγματικότητα που έκλεισε το Mega. Το Mega ήταν ένα μαγαζί γωνία, ξεκίνησε με πέντε έκδοτες. Δεν είναι λίγο αυτό το πράγμα. Δηλαδή πέντε ισχυρές προσωπικότητες διηύθυναν ένα κανάλι. Και από την άλλη πλευρά ήταν μόνος ο Κυριακού στον Αντ1. Θα μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία. Όταν βγήκε στον αέρα ο Αντ1 εγώ έστελνα το πρόγραμμα σ΄ όλες τις εφημερίδες και καμία δεν το δημοσίευε γιατί ήταν αντίπαλες. Όταν επιτέλους αποφασίσανε να το δημοσιεύσουνε για πρώτη φορά, τους έστειλα γλυκά .Σε όλες τις εφημερίδες! Το αναφέρω αυτό για να καταλάβετε πόσο ισχυρό κανάλι ήταν το Mega. Θεωρώ ότι η συνταγή χάλασε από τότε που άρχισε η συνεργασία των εκδοτών να μην είναι αγαθή και μ’ αυτόν τον τρόπο χωρίστηκαν οι άνθρωποι μέσα στο κανάλι. Γιατί ξέρετε υπήρξε αυτό το  «εγώ ήρθα από τον τάδε εκδότη, άρα δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω». Όταν αποχώρησαν όσοι αποχώρησαν, το κανάλι δε βοηθήθηκε. Κάποιοι δεν το θέλανε, ενοχλούνταν. Το σπρώξανε στο βάραθρο. Ίσως από κακή διαχείριση, ίσως από μεγάλες παραγωγές για τις οποίες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν οικονομικά. Το «Νησί» για παράδειγμα ήταν μια τεράστια παραγωγή που αγκάλιασαν οι θεατές όμως δεν έβγαλε τα λεφτά της. Δεν είναι βέβαια το «Νησι» που γκρέμισε το Mega αλλά θέλω να πω ότι οι μεγάλες παραγωγές και σε μια κακή οικονομική συγκυρία της χώρας ήταν και αυτές που έδωσαν τη δική τους ώθηση. Για μένα όμως είναι ντροπή που δεν στηρίχθηκε αυτό το κανάλι. Οι εργαζόμενοι εκεί δεν φταίξανε σε τίποτα και δείξανε μέχρι τελευταίας στιγμής όχι μόνο ότι τη θέληση τους να μείνει ζωντανό το κανάλι αλλά να ξεχάσουν και το δικό τους εγώ. Να δουλεύουν χωρίς χρήματα. Το Mega είναι άνθρωποι δεν ήταν μόνο ένα σλόγκαν ή ένα λογότυπο.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%

Αφήστε μια απάντηση