σε ,

Ο Γιάννης Γορανίτης έγραψε εκπληκτικά διηγήματα για κάθε έναν απ’ τους σταθμούς της γραμμής Κηφισιά-Πειραιάς

«Είμαι αυστηρός κριτής των κειμένων μου, και ταυτόχρονα ιδιαίτερα ανασφαλής», μου λέει ο Γιάννης Γορανίτης όταν των ρωτώ για τις -δικαίως κατά τη γνώμη μου- εξαιρετικές κριτικές για το πρώτο του βιβλίο του 24 (εκδόσεις Πατάκη) για το οποίο τιμήθηκε στα Βραβεία του Αναγνώστη ως ο φετινός Καλύτερος Πρωτοεμφανιζόμενος στην Πεζογραφία. «Γι’ αυτό και δεν μπορούσα καν να φανταστώ τέτοια υποδοχή από την κριτική. Δηλώνω ευγνώμων για τα θερμά λόγια και τις διεισδυτικές αναγνώσεις του έργου μου. Ομολογώ ότι οι οπτικές των κριτικών, αλλά και πολλών αναγνωστών, φώτισαν πτυχές των κειμένων που δεν είχα φανταστεί ότι θα αναδειχτούν ή δεν είχα προσέξει ούτε ο ίδιος. Με εντυπωσίασε επίσης η γενναιοδωρία πολλών ανθρώπων του χώρου, κυρίως καταξιωμένων συγγραφέων που έσπευσαν να εκφραστούν θετικά για το βιβλίο μου.»

– Αλήθεια, ποια ήταν η διαδικασία γραψίματος του 24, και τι σε ενέπνευσε για αυτό;

Η αρχική ιδέα προέκυψε στα βαγόνια και στους σταθμούς του ΗΣΑΠ, όπου και εξελίχθηκε και ζυμώθηκε. Αρκετά χρόνια πριν, περίμενα το τρένο στον Πειραιά. Ήδη από την αποβάθρα, ένα ζευγάρι συζητούσε δυνατά. Η συνομιλία –ιδιωτική μεν, σε δημόσιο χώρο δε– ήταν τόσο έντονη κι ενδιαφέρουσα που φρόντισα να μπω στο ίδιο βαγόνι για να συνεχίσω να την ακούω. Συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, και κλιμακώθηκε σε βαθμό που δεν κατέβηκα στη στάση μου για να μη χάσω την εξέλιξη. «Εγώ μπορεί να σε συγχωρήσω, αλλά ο Θεός ποτέ», είπε κάποια στιγμή η κοπέλα. Στην επιστροφή υπέκλεψα, επίσης άθελά μου τον μονόλογο ενός άντρα που μιλούσε μεγαλοφώνως στο κινητό. Οι ιστορίες αυτές αποτέλεσαν το πρόπλασμα για δύο διηγήματα, τα οποία παρεμπιπτόντως δεν περιλήφθηκαν στην τελική συλλογή, αλλά έδωσαν και την κεντρική ιδέα της συλλογής: 24 διηγήματα, ένα για κάθε σταθμό με ήρωες ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν στα βαγόνια.

– Έκανες «ρεπορτάζ» στους 24 σταθμούς της γραμμής Κηφισιά – Πειραιάς πριν γράψεις το 24; 

Ναι, για αρκετό καιρό ασυνείδητα, και για περισσότερο από έναν χρόνο συνειδητά και συστηματικά. Το υλικό που προέκυψε από την έρευνα αποτυπωνόταν αρκετά έντονο στην πρώτη γραφή των διηγημάτων. Όσο προχωρούσε η επεξεργασία και η επιμέλεια, αντιλαμβανόμουν ότι δεν χρειαζόταν όλη αυτή η πληροφορία και σταδιακά την απομάκρυνα. Μου αρκούσε να μείνει η «αίσθηση» της μετακίνησης στην πόλη και το αποτύπωμα του χώρου και του χρόνου, χωρίς όμως να παραπέμπουν σε ρεπορτάζ. Και κάπως έτσι χάθηκε και η ατάκα: «Εγώ μπορεί να σε συγχωρήσω, αλλά ο Θεός ποτέ».

– Τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν μικρός;

Αστροναύτης. Δεν ήθελα απλώς, ήμουν βέβαιος. Μέχρι τουλάχιστον τα επτά μου χρόνια, όταν ο οφθαλμίατρος ανακάλυψε ότι έχω μυωπία. «Μη στενοχωριέσαι, όσοι φοράνε γυαλιά μπορούν να κάνουν τα πάντα», μου είπε ένας θείος διαπιστώνοντας την απογοήτευσή μου. «Εκτός απ’ το να γίνουν πιλότοι», πρόσθεσε. «Αστροναύτες;», ρώτησα γεμάτος αγωνία. Ο θείος έμοιαζε να αμφιταλαντεύεται. «Ούτε αστροναύτες», είπε μετά από λίγο. Ο κόσμος μου κατέρρεε. «Ποδοσφαιριστές;», έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί. Ο θείος ξεφύσηξε. «Ποδοσφαιριστές μπορούν», απάντησε. «Εντάξει, θα γίνω ποδοσφαιριστής» αποφάνθηκα. Όσο όμως κι αν έψαχνα στα αυτοκόλλητα της Panini, δεν έβρισκα διοπτροφόρους παίκτες. Συμπλήρωσα δύο άλμπουμ και δεν κατάφερα να εντοπίσω ούτε έναν ποδοσφαιριστή με γυαλιά. Μόνο προπονητές. Αλλά ποιο παιδί θέλει να γίνει προπονητής; Έκτοτε, όταν με ρωτούσαν τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, απαντούσα «τίποτα».

Μέχρι το καλοκαίρι του ’86, ένα βράδυ που όλη η οικογένεια παρακολουθούσε στην τηλεόραση έναν αγώνα του Μουντιάλ στο Μεξικό. Ο θείος που, άθελά του, είχε γκρεμίσει το όνειρο του αστροναύτη, εν αγνοία του έχτισε ένα καινούριο. «Πόσα να βγάζει ο κερατάς για να λέει ποιος κλωτσάει τη μπάλα», είπε για τον Διακογιάννη που μετέδιδε. «Βγάζει κιόλας;», αναρωτήθηκα. Μου φαινόταν απίστευτο ότι ένας άνθρωπος όχι μόνο είχε ταξιδέψει δωρεάν στο Μεξικό για να παρακολουθήσει από κοντά το Μουντιάλ, αλλά θα αμειβόταν γι’ αυτό. «Τι δουλειά είναι αυτή;», ρώτησα. «Δημοσιογράφος», είπε ο θείος. Δεν το πολυσκέφτηκα. «Δημοσιογράφος», ανακοίνωσα. «Θα γίνω δημοσιογράφος».

-Τι σε τράβηξε στο γράψιμο; 

Κλισέ μεν, αλλά πρόκειται για μια έμφυτη ανάγκη. Για μια επιθυμία που πηγάζει από μέσα σου. Όσο κι αν την καταπιέσεις, κάποια στιγμή θα εκδηλωθεί – είτε για καλό, είτε για κακό. Η επιθυμία, βέβαια, δεν είναι αρκετή για να παραχθεί λογοτεχνικό έργο. Απαιτείται σκληρή και μεθοδική δουλειά, που όμως σε ανταμείβει με τη γλυκιά –ίσως και γλυκόπικρη, τώρα που το ξανασκέφτομαι– αίσθηση της δημιουργίας. Κι αν η έμφυτη ανάγκη με τράβηξε στο γράψιμο, αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση είναι που με κρατάει κοντά του.

Ξέρετε, το μεγαλύτερο άγχος μου όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, ήταν ότι θα βρεθεί κάποιος που θα πει ότι κάτι που έγραψα δεν στέκει, δεν είναι ρεαλιστικό ή αληθοφανές, ότι ο τάδε ή ο δείνα χαρακτήρας δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Να ανακαλύψει αβλεψίες και πραγματολογικά λάθη.

-Βιοπορίζεσαι από το γράψιμο από τα 19 σου. Τι νιώθεις πως σου έμαθε η δημοσιογραφία;

Με έμαθε να είμαι προσεκτικός πρώτον με το τι γράφω και δεύτερον με το πώς το γράφω. Με έμαθε να είμαι εμμονικός με την αλήθεια και προσεκτικός με τη γλώσσα. Να ερευνώ, να ελέγχω, να δίνω προσοχή στις λεπτομέρειες. Ξέρετε, το μεγαλύτερο άγχος μου όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, ήταν ότι θα βρεθεί κάποιος που θα πει ότι κάτι που έγραψα δεν στέκει, δεν είναι ρεαλιστικό ή αληθοφανές, ότι ο τάδε ή ο δείνα χαρακτήρας δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Να ανακαλύψει αβλεψίες και πραγματολογικά λάθη.

Για να τα λέμε κι όλα, φυσικά και βρέθηκε: ένας αναγνώστης επισήμανε ότι στον προαύλιο του σταδίου των Ιωαννίνων δε χωράει να στηθεί καταυλισμός τσίρκου. Α, και μια κυρία που μου είπε ότι στην Κηφισιά δεν υπάρχουν τοξικομανείς.

-Έχεις πει πως, για σένα, η δημοσιογραφία δεν έχει καμία σχέση με την πεζογραφία. Γιατί όμως καμία; Τι σε κάνει τόσο απόλυτο;

Ο λόγος που επιμένω να διαχωρίζω τη διαδικασία της δημοσιογραφικής από τη λογοτεχνική γραφή, είναι (κυρίως) για να πείθω τον εαυτό μου ότι απαιτούνται πιο διακριτά όρια μεταξύ των δύο διαδικασιών. Κάτι δύσκολο γιατί γίνονται παράλληλα και απαιτούν τα ίδια εργαλεία. Ένα ψυχολογικό τρικ που μηχανεύτηκα είναι να γράφω σε άλλο πληκτρολόγιο τα δημοσιογραφικά και σε άλλο τα πεζογραφικά.

Πράγματι, το «καμία σχέση» ακούγεται υπερβολικό. Προφανώς και έχουν σχέση: στις φλέβες τους κυλάει το ίδιο αίμα: οι λέξεις. Αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι συγγενεύουν. Ή για να μην είμαι τόσο απόλυτος, πρόκειται δυο μακρινά ξαδέρφια. Πιθανότατα τσακωμένα για τα κληρονομικά.

-Είσαι της άποψης πως το γράψιμο διδάσκεται;

Μία από τις πρώτες συμβουλές που άκουσα από έναν έμπειρο συγγραφέα, ήταν να μην λέω ότι έχω κάνει μαθήματα δημιουργικής γραφής. Στην πορεία το άκουσα πλαγίως κι από άλλους. Αναρωτήθηκα αν θα συμβούλευαν έναν πρωτοεμφανιζόμενο μουσικό να μην πει ότι έχει πάει στο ωδείο ή έναν ζωγράφο να αποκρύψει ότι πέρασε από την Καλών Τεχνών. Η δημιουργική γραφή στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα παρεξηγημένη, κυρίως από τους ανθρώπους του χώρου. Το μοναδικό πειστικό επιχείρημα που έχω ακούσει είναι ότι πολλοί από τους διδάσκοντες δεν είναι αρκετά επαρκείς ώστε να διδάξουν. Και σε αυτό έχουν απόλυτο δίκιο. Το ότι δεν έχεις καλούς δασκάλους, όμως, δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να καταργηθούν τα σχολεία.

Για να επανέλθω στο ερώτημα, το γράψιμο στην ολότητά του, δεν διδάσκεται, όπως υποθέτω καμία άλλη τέχνη. Αυτό που σίγουρα διδάσκεται, είναι η τεχνική, ο τρόπος δουλειάς, η μέθοδος.

Φωτο: Κώστας Μητρόπουλος

-Δοκιμάστηκες σε διαγωνισμούς πριν βγάλεις βιβλίο. Τι έμαθες από εκείνη την εμπειρία;  

Ενθαρρύνω όλους τους επίδοξους συγγραφείς να παίρνουν μέρος σε διαγωνισμούς. Εφόσον έχουν αίσιο αποτέλεσμα, σε γεμίζουν με αυτοπεποίθηση και σε βοηθούν να πιστέψεις στις δυνατότητές σου. Ακόμη κι αν δεν διακριθεί η δουλειά σου, σε πεισμώνει να επιμείνεις.

-Πώς επιλέγεις τα θέματα με τα οποία θα ασχοληθείς στο Inside Story; 

Αναζητώ θέματα που να ενδιαφέρουν τους αναγνώστες, χωρίς απαραίτητα να θεωρούνται «επίκαιρα». Επίσης, θέματα που έχουν διερευνηθεί αλλά όχι σε επαρκές βάθος. Με ιντριγκάρουν επίσης επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα που στη χώρα μας δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλή.

-Τι σου έκανε πιο πολύ εντύπωση απ’ την επαφή σου με τον εκδοτικό χώρο;

Αρνητική εντύπωση μου κάνει το γεγονός ότι υπάρχουν συγγραφείς διατεθειμένοι να πληρώσουν (και πολύ ακριβά μάλιστα) για να δουν το πόνημα τους να εκδίδεται. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση μου κάνει ότι υπάρχουν εκδότες διατεθειμένοι να εκδώσουν οτιδήποτε αρκεί να μη βάλουν το χέρι στην τσέπη. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι αντίθετος στις αυτό-εκδόσεις, αρκεί να γίνεται σαφές στον αναγνώστη.

Θετική εντύπωση μου κάνει η επιμονή και το σθένος πολλών εκδοτών και βιβλιοπωλών που επιχειρούν και να ρισκάρουν σε τόσο δυσμενείς συνθήκες. Μόνο αν αγαπάς κάτι πολύ, μπορείς να αντλείς τόσο κουράγιο για να συνεχίζεις. Το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους στον κλάδο (διορθωτές, επιμελητές, μεταφραστές, γραφίστες κ.λπ.) που δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα όλη την περίοδο της κρίσης.

-Το Βραβείο του Πρωτοεμφανιζόμενου στην Πεζογραφία  απ’ τον Αναγνώστη, πέρα απ’ τη χαρά που φαντάζομαι σου έδωσε, σε αγχώνει;

Αναμφίβολα, αυτή η βράβευση ήταν πολύ σημαντική και ενθαρρυντική, αλλά την ίδια στιγμή ανεβάζει τον πήχη των προσδοκιών και των απαιτήσεων. Τόσο των δικών μου, όσο και των άλλων. Όλοι με ρωτούν τι γράφω μετά.

-Λοιπόν; Τι γράφεις για μετά;

Είδες που τα ’λεγα; 😊 Γράφω, ή για να είμαι απολύτως ακριβής, προσπαθώ να γράψω ένα μυθιστόρημα που ομολογώ ότι με έχει δυσκολέψει αρκετά. Όχι τόσο λόγω της διαφορετικής φόρμας (έχω άλλωστε ολοκληρώσει άλλο ένα μυθιστόρημα που αποφάσισα να μην εκδώσω), αλλά επειδή επέλεξα συνειδητά να βγω από τα νερά μου. Και εξηγούμαι: Επειδή το «24» ήταν απολύτως επικεντρωμένο στο τώρα, αντανακλούσε έντονα το παρόν που όλοι βιώνουμε, στο μυθιστόρημα επιχειρώ να κάνω ένα άλμα στο απώτερο παρελθόν, ρίχνοντας παράλληλα λοξές ματιές και στο μέλλον. Και υπόσχομαι να προσπαθήσω ώστε να μην αποδειχθεί άλμα στο κενό.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

5 points
Upvote Downvote

Total votes: 5

Upvotes: 5

Upvotes percentage: 100.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%

Αφήστε μια απάντηση